Η DBRS επιχειρεί να αναδείξει έναν παράγοντα που μέχρι σήμερα βρισκόταν κυρίως στο πεδίο της μακροοικονομικής ανάλυσης, αλλά σταδιακά εισέρχεται στον πυρήνα της τραπεζικής. Η θέση των αναλυτών είναι ότι η μείωση του πληθυσμού και η γήρανση των ευρωπαϊκών κοινωνιών θα επηρεάσουν την ανάπτυξη, τη ζήτηση για τραπεζικά προϊόντα, την κερδοφορία και τελικά τα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών. Παρότι οι επιπτώσεις δεν θεωρούνται άμεσες, η DBRS εκτιμά ότι θα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία στις αξιολογήσεις των επόμενων δεκαετιών.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ήδη σε φάση δημογραφικής στασιμότητας. Ο πληθυσμός ανέρχεται περίπου στα 452 εκατομμύρια κατοίκους, όμως η αύξησή του τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Από το 2012 και μετά οι θάνατοι υπερβαίνουν συστηματικά τις γεννήσεις, γεγονός που σημαίνει ότι η φυσική μεταβολή του πληθυσμού είναι αρνητική. Η μόνη πηγή αύξησης του πληθυσμού είναι πλέον η μετανάστευση.
Η DBRS υπογραμμίζει ότι η υποχώρηση των γεννήσεων δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο. Ο δείκτης γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα το 2024, πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο που απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού. Ως βασικές αιτίες αναφέρονται η καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας, το αυξημένο κόστος στέγασης, η οικονομική αβεβαιότητα και οι μεταβολές στις κοινωνικές συμπεριφορές. Η εικόνα είναι ιδιαίτερα αρνητική στις χώρες της Νότιας Ευρώπης.
Παράλληλα, η Ευρώπη γερνάει με γρήγορους ρυθμούς. Το ποσοστό των πολιτών ηλικίας άνω των 65 ετών έχει αυξηθεί στο 22% από 17% πριν από είκοσι χρόνια και αναμένεται να συνεχίσει να ανεβαίνει. Η DBRS αναφέρει ότι οι πιέσεις είναι εντονότερες σε χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα, ενώ τονίζει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών γίνονται ολοένα μεγαλύτερες, καθώς πολλές περιοχές χάνουν πληθυσμό πολύ ταχύτερα από τους εθνικούς μέσους όρους.
Για τις τράπεζες, η πρώτη συνέπεια αφορά το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο. Η έκθεση εκτιμά ότι η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων θα περιορίσει τη ζήτηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, ενώ η γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει τη σημασία των αποταμιευτικών προϊόντων, των συνταξιοδοτικών λύσεων και των υπηρεσιών διαχείρισης περιουσίας. Με άλλα λόγια, η παραδοσιακή τραπεζική πίστη θα υποχωρεί σταδιακά ως πηγή ανάπτυξης και μεγαλύτερο βάρος θα αποκτούν οι προμήθειες και οι επενδυτικές υπηρεσίες.
Η DBRS θεωρεί επίσης ότι οι δημογραφικές εξελίξεις θα επηρεάσουν την κερδοφορία των τραπεζών. Η χαμηλότερη ζήτηση για νέα δάνεια αναμένεται να περιορίσει την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, ενώ σε περιοχές που χάνουν πληθυσμό ο ανταγωνισμός για τους διαθέσιμους πελάτες μπορεί να εντείνει τις πιέσεις στα περιθώρια κέρδους. Παράλληλα, οι τράπεζες θα χρειαστεί να επενδύσουν περισσότερο στην τεχνολογία, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην αυτοματοποίηση, προκειμένου να αντισταθμίσουν τις πιέσεις που δημιουργεί η γήρανση του εργατικού δυναμικού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση για τον πιστωτικό κίνδυνο. Ο οίκος αξιολόγησης προειδοποιεί ότι οι εξασφαλίσεις που συνδέονται με ακίνητα σε περιοχές με έντονη πληθυσμιακή υποχώρηση ενδέχεται να χάνουν αξία σε βάθος χρόνου. Αυτό αφορά τόσο τα οικιστικά όσο και τα εμπορικά ακίνητα. Παράλληλα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε περιοχές με δημογραφική συρρίκνωση μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες λόγω μειωμένης ζήτησης και περιορισμένης διαθεσιμότητας εργατικού δυναμικού.
Στο σκέλος της χρηματοδότησης, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες τείνουν να διατηρούν υψηλότερα επίπεδα αποταμιεύσεων, γεγονός που μπορεί να στηρίζει τη σταθερότητα των καταθέσεων. Ωστόσο, σε χώρες ή περιοχές όπου ο πληθυσμός μειώνεται σημαντικά, οι συνολικές καταθέσεις ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις, ιδίως για μικρότερες και περισσότερο τοπικές τράπεζες.
Το πιο ηχηρό μήνυμα της έκθεσης αφορά χώρες όπως η Ελλάδα. Η DBRS θεωρεί τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις σημαντικό μακροπρόθεσμο περιορισμό των πιστωτικών προφίλ χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Βουλγαρία, καθώς η γήρανση και η μείωση του πληθυσμού περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες και αυξάνουν τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με τους αναλυτές, χωρίς αποτελεσματικές πολιτικές παρεμβάσεις, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή επαρκείς μεταναστευτικές ροές, το δημογραφικό θα εξελιχθεί σε ολοένα πιο αρνητικό παράγοντα για την πιστοληπτική αξιολόγηση τραπεζών και οικονομίας στο μέλλον.



