Σε στενωπό εξακολουθεί να βρίσκεται ο εγχώριος κλάδος του λιανικού εμπορίου, επιχειρώντας με κάθε τρόπο να «σηκώσει κεφάλι». Κι όμως οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και δείχνουν και πάλι να αιφνιδιάζουν τον κλάδο. Όπως και το σύνολο του επιχειρείν. Η ανάφλεξη και γενίκευση της κρίσης στη Μέση Ανατολή εδώ και μια εβδομάδα έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη δύσκολο περιβάλλον. Τα αυξημένα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων από τη μια και η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών από την άλλη ασκούν ήδη μεγάλες πιέσεις. Πιέσεις που δεν αποκλείεται να ενταθούν έτι περαιτέρω στη σκιά της μεγάλης αβεβαιότητας που γεννά η όξυνση του γεωπολιτικού ρίσκου.
Άλλωστε, όπως επιβεβαιώνουν παράγοντες του χώρου, «οι αγορές είναι θέμα ψυχολογίας. Οι αγορές θέλουν καλή ψυχολογία. Και ο πόλεμος δεν βοηθά ποτέ την ψυχολογία».
Τα πρώτα μηνύματα του 2026 είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικά. Η ειρωνεία της τύχης; Το προηγούμενο Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, ημέρα κατά την οποία ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, έριχναν «αυλαία» οι χειμερινές εκπτώσεις του 2026 μετά από περίπου ενάμιση μήνα. Εκπτώσεις που τελικά άφησαν «πικρή» γεύση στα εμπορικά καταστήματα. Ο εμπορικός κόσμος της χώρας είχε εναποθέσει μεγάλο μέρος των προσδοκιών του στη χειμερινή εκπτωτική περίοδο, προσβλέποντας σε αύξηση της επισκεψιμότητας και κατ’ επέκταση σε ενίσχυση της κατανάλωσης, προκειμένου «ζεστό» χρήμα να πέσει στα ταμεία των καταστημάτων. Προσδοκίες που τελικώς δεν επαληθεύτηκαν.
Οι επιδόσεις των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου
Όπως προκύπτει από τη νέα έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, στη διάρκεια των φετινών εκπτώσεων, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις κατέγραψαν μειωμένες πωλήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ενώ μια στις τρεις δηλώνει πως επιθυμεί μείωση της διάρκειας της εκπτωτικής περιόδου.
«Παρά τις γενναιόδωρες μειώσεις τιμών, η υποτονική κίνηση οφείλεται στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, οι οποίοι στρέφονται πρώτα στην κάλυψη των βασικών τους αναγκών, αλλά και στον αντίκτυπο του αθέμιτου ανταγωνισμού από τις ασιατικές πλατφόρμες. Ως εκ τούτου, οι πιέσεις στο εμπόριο, στον ισχυρότερο κλάδο της οικονομίας σε όρους κύκλου εργασιών και απασχόλησης, διατηρούνται και στις αρχές του 2026, διευρύνοντας την αβεβαιότητα εν μέσω, μάλιστα, ενός ιδιαίτερα ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος», επισημαίνει η ΕΣΕΕ.
Αναλυτικότερα, οι μισές επιχειρήσεις (50%) στο λιανικό εμπόριο κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μόλις 1στις 10 καλύτερες. Αν και μετά τις απογοητευτικές επιδόσεις του 2025 οι προσδοκίες των εμπόρων παρέμειναν χαμηλά, οι μισές επιχειρήσεις (48%) εμφανίστηκαν από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις πωλήσεις κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων.
Ενδεικτικό της στενότητας στην αγορά αλλά και της έντασης της προσπάθειας των εμπόρων να προσελκύσουν τους καταναλωτές αποτελεί το γεγονός ότι δύο στις τρεις επιχειρήσεις υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%. Επτά στις 10 επιχειρήσεις υιοθέτησαν τα ίδια ποσοστά εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μια στις τέσσερις ακόμη υψηλότερα.
Τέσσερις στις 10 επιχειρήσεις είναι από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες σχετικά με την επισκεψιμότητα των καταναλωτών, εξέλιξη που οφείλεται και εν πολλοίς στο χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα για αγορές. Παράλληλα, τέσσερις στις 10 επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εκπτώσεις σε όλα τα εμπορεύματα του καταστήματος. Εντούτοις, σημαντικό μερίδιο (22%) επιχειρηματιών υιοθέτησε εκπτώσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα, ενδεχομένως ως επιχειρηματική τακτική, εξαιτίας και της διόγκωσης του κόστους προμηθευτών.
Η περίοδος των χειμερινών εκπτώσεων αποδείχθηκε αδιάφορη για τέσσερις στους δέκα καταναλωτές, επιβεβαιώνει με δική του έρευνα το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, με το ΕΒΕΠ να αποδίδει την εξέλιξη αυτή στην παγιωμένη ακρίβεια και να μιλά για άδοξο τέλος των χειμερινών εκπτώσεων.
Γονατίζουν τα νοικοκυριά
Η αδυναμία των καταναλωτών να στηρίξουν την ελληνική αγορά και τα εμπορικά καταστήματα αποτυπώνεται και στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ολοένα και εντείνεται η πίεση στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, με τις οικονομικές δυσκολίες να επεκτείνονται πλέον και στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, λόγω της ακρίβειας που τροφοδοτείται από τα τρόφιμα, την ενέργεια και τα καύσιμα. Τα εφετινά ευρήματα της ετήσιας έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις λειτουργούν σωρευτικά και εξαντλούν τις αντοχές των νοικοκυριών.
Παράλληλα, καταγράφεται αρνητικό ρεκόρ ως προς την επάρκεια του εισοδήματος, με έξι στα δέκα νοικοκυριά να δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν φτάνει έως το τέλος του μήνα και να επαρκεί, κατά μέσο όρο, μόλις για 18 ημέρες, ενώ το 65,2% των νοικοκυριών δηλώνει ξεκάθαρα πως δαπανά περισσότερα για είδη διατροφής. Πάνω από τα μισά νοικοκυριά αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και για βασικές ανάγκες, ενώ η αδυναμία αποταμίευσης είναι σχεδόν καθολική.