Θα γυάλιζε ποτέ κανείς ένα σπάνιο βιολί Στραντιβάριους για χρόνια, μόνο και μόνο για να το σπάσει μετά με ένα σφυρί; Θα πετούσε το διαμάντι Hope, ένα από τα πιο πολύτιμα αντικείμενα στον κόσμο, στο ποτάμι; Κι όμως, σύμφωνα με άρθρο του Guardian, κάτι αντίστοιχο μοιάζει να κάνει σήμερα ο Τζεφ Μπέζος με τη Washington Post, ένα από τα ιστορικότερα και σημαντικότερα μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ.
Η Washington Post δεν είναι απλώς μια εφημερίδα. Είναι ένας θεσμός που έχει συνδεθεί με τη δημοσιογραφική λογοδοσία, τα Πούλιτζερ, το Γουότεργκεϊτ, τις αποκαλύψεις για τον Έντουαρντ Σνόουντεν -πολλές από αυτές σε συνεργασία με τον Guardian. Για χρόνια, μετά την εξαγορά της από τον Μπέζος το 2013, η πορεία της έμοιαζε ανοδική. Όπως υπενθυμίζει ο Guardian, η εφημερίδα όχι μόνο ανανέωσε το ψηφιακό της μοντέλο, αλλά ανταγωνίστηκε ισότιμα τους New York Times σε επιρροή και αποκαλύψεις, ιδιαίτερα κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ.
Η εικόνα αυτή, όμως, έχει αλλάξει δραματικά. Τον τελευταίο χρόνο, η Post βιώνει αλλεπάλληλα αυτογκόλ: απειλές για μαζικές απολύσεις, αποχωρήσεις κορυφαίων δημοσιογράφων και αρθρογράφων, αλλά και μια έντονη αίσθηση πολιτικής παρέμβασης από τον ιδιοκτήτη της. Σύμφωνα με τον Guardian, καθοριστική στιγμή ήταν όταν ο Μπέζος φέρεται να μπλόκαρε προσχέδιο editorial που στήριζε την Κάμαλα Χάρις ενόψει των εκλογών του 2024. Η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια κατευνασμού του Ντόναλντ Τραμπ και προκάλεσε μαζικές ακυρώσεις συνδρομών.

Ακολούθησε η σαφής πρόθεση του Μπέζος να μετατοπιστεί η σελίδα γνώμης της εφημερίδας προς τα δεξιά. Το αποτέλεσμα; Σημαντικές φωνές αποχώρησαν, ενώ η βραβευμένη σκιτσογράφος Αν Τέλνες παραιτήθηκε, όταν δεν της επετράπη να δημοσιεύσει σκίτσο που σατίριζε τη στενή σχέση δισεκατομμυριούχων –μεταξύ τους και ο Μπέζος– με τον Τραμπ. Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά ο Guardian, η Post άρχισε να χάνει το «mind share», την επιρροή και την εμπιστοσύνη του βασικού της κοινού.
Το οικονομικό επιχείρημα μοιάζει αδύναμο. Η Washington Post φέρεται να χάνει περίπου 100 εκατ. δολάρια τον χρόνο. Όμως, για έναν άνθρωπο με περιουσία που αγγίζει τα 250 δισ., το ποσό αυτό είναι αμελητέο – «ένα σφάλμα στρογγυλοποίησης», όπως έγραψε ο Νέιτ Σίλβερ, τον οποίο επικαλείται ο Guardian. Άλλωστε, άλλα μέσα δείχνουν ότι υπάρχει εναλλακτική: οι New York Times είναι κερδοφόροι, ενώ η αμερικανική Guardian όχι μόνο επιβιώνει, αλλά αναπτύσσεται.
Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος ο Μπέζος, στο παρελθόν, έμοιαζε να κατανοεί βαθιά τον ρόλο της δημοσιογραφίας. Είχε σταθεί έμπρακτα δίπλα στον φυλακισμένο στο Ιράν δημοσιογράφο Τζέισον Ρεζάιαν, είχε αντέξει τις επιθέσεις του Τραμπ και μιλούσε στους δημοσιογράφους για την αποστολή τους στη δημοκρατία. Σήμερα, όμως, η προτεραιότητα φαίνεται να είναι η οικονομική «εξυγίανση» και η διατήρηση καλών σχέσεων με την εξουσία.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό: θα επιλέξει ο Τζεφ Μπέζος να διασώσει έναν δημοσιογραφικό θησαυρό ή θα συνεχίσει να τον φθείρει από μέσα; Όπως προειδοποιεί επανειλημμένα ο Guardian, η απάντηση δεν αφορά μόνο τη μοίρα μιας εφημερίδας, αλλά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.