Ρυθμό ανάπτυξης πάνω από το 2% την περίοδο 2026-2027 αναμένει για την Ελλάδα η Morgan Stanley, οι αναλυτές της οποίας εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι από τη λήξη του προγράμματος RRF το 2026 είναι περιορισμένοι.
Όπως λένε, η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και η ανάπτυξη θα συνεχίσει να καθοδηγείται από την εγχώρια ζήτηση. Εκτιμούν ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,1% το 2026 και 2,0% το 2027, με το σύνολο της ανάπτυξης να προέρχεται από την εγχώρια ζήτηση, ενώ αναμένουν ότι οι καθαρές εξαγωγές θα λειτουργήσουν ανασταλτικά τόσο το 2026 όσο και το 2027.

Μεταξύ άλλων, σημειώνουν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού, σε συνδυασμό με τη σταθερή άνοδο των αποδοχών ανά εργαζόμενο, οδήγησαν σε σωρευτική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 15,5% την περίοδο 2019-2025. Στο εξής, αναμένουν κάποια επιβράδυνση στην κατανάλωση, αλλά με διατήρηση θετικού ρυθμού. «Καθώς το διαθέσιμο εισόδημα συνεχίζει να αυξάνεται με ικανοποιητικό ρυθμό, υποστηριζόμενο και από τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού τον Απρίλιο, και καθώς η αγορά εργασίας παραμένει ‘σφιχτή’, εκτιμούμε ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 1,5% ετησίως την περίοδο 2026-2027» αναφέρουν χαρακτηριστικά.

Σε ό,τι αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ, αυτό συνεχίζει να στηρίζει τις επενδύσεις, που έχουν εξελιχθεί σε βασικό μοχλό ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια,.
Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει λάβει πόρους που αντιστοιχούν σε περίπου 10% του ΑΕΠ (περίπου 24,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 11,7 δισ. σε δάνεια και 12,9 δισ. σε επιχορηγήσεις). Από την έναρξη της εφαρμογής του προγράμματος (τέλη 2021 έως σήμερα), οι πάγιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 45%.
Παρόλο που η προγραμματισμένη λήξη του RRF το 2026 έχει προκαλέσει ανησυχίες για πιθανό «κενό» στις επενδύσεις, οι αναλυτές της MS δεν αναμένουν μείωση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ μετά το 2026. Όπως εξηγούν, μέρος των πόρων του RRF είναι πιθανό να παραμείνει αδιάθετο έως το τέλος του προγράμματος και να αξιοποιηθεί τα επόμενα έτη. Επιπλέον, μετά την απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των κονδυλίων, εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα επιταχύνει τη χρήση άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως η Πολιτική Συνοχής, διατηρώντας έτσι τη δυναμική των επενδύσεων.
«Ασπίδα» η δημοσιονομική θέση
Η δημοσιονομική θέση της Ελλάδας είναι τέτοια που μπορεί να απορροφήσει τους κινδύνους από τις τιμές ενέργειας, αναφέρουν μεταξύ άλλων οι αναλυτές της Morgan Stanley. Αν και επισημαίνουν ότι η Ελλάδα είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης, λόγω του ενεργειακού της μείγματος και της υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές, τονίζουν ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε ισχυρή δημοσιονομική θέση ώστε να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς, έχοντας καταγράψει πολύ υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα το 2025.

«Εάν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, η κυβέρνηση θα διαθέτει σημαντικό περιθώριο παρέμβασης για να προστατεύσει την οικονομία από εντονότερες επιπτώσεις. Κατά τη στιγμή σύνταξης της έκθεσης, αναμένουμε ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα θα υποχωρήσει από 1,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 0,5% το 2026» σημειώνουν.
Πολιτικό σκηνικό
Η Morgan Stanley αναφέρεται και στο πολιτικό σκηνικό, σημειώνοντας ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές προγραμματίζεται να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027.
«Καταγγελίες που σχετίζονται με ευρωπαϊκά αγροτικά κονδύλια και πρόσωπα συνδεδεμένα με τη Νέα Δημοκρατία έχουν οδηγήσει σε δημοσιεύματα περί πρόωρων εκλογών. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο. Οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία είναι πιθανό να παραμείνει στην εξουσία, αν και ενδεχομένως υπό δυσμενέστερες συνθήκες (όπως κυβέρνηση συνεργασίας ή μειοψηφίας) εφόσον δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία» αναφέρει στην Ανάλυσή της η Morgan Stanley.
Και καταλήγει σημειώνοντας ότι «η ΝΔ καταγράφει σήμερα ποσοστό γύρω στο 31%, χαμηλότερο από το περίπου 38%-40% που απαιτείται συνήθως για μονοκομματική διακυβέρνηση με το ισχύον εκλογικό σύστημα. Οι βασικοί της αντίπαλοι, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και η Πλεύση Ελευθερίας, κινούνται περίπου στο 16% έκαστος. Εάν η ΝΔ δεν επιτύχει αυτοδυναμία, ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσει εταίρους για σχηματισμό κυβέρνησης ή να οδηγηθεί η χώρα σε επαναληπτικές εκλογές».