Η Ελλάδα αντιμετωπίζει υψηλή εισοδηματική ανισότητα, κυρίως λόγω της χαμηλής αναδιανεμητικής ισχύος του συστήματος φορολογίας και παροχών.

Η εισοδηματική ανισότητα ήταν επί μακρόν σχετικά υψηλή στην Ελλάδα και παρέμεινε σταθερή κατά τη διάρκεια της κρίσης, διότι η μείωση των εισοδημάτων επηρέασε εν γένει το σύνολο του πληθυσμού.

Πέρυσι, το διαθέσιμο εισόδημα του 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα (ανώτατο πεμπτημόριο) ήταν 6,1 φορές υψηλότερο από το κατώτατο 20% του πληθυσμού (κατώτατο πεμπτημόριο), αναλογία κατά πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο του 5,1 στην ΕΕ. Η διαφορά αυτή συνδέεται με την ασθενή επίδραση που έχουν οι φόροι και οι παροχές στη μείωση της εισοδηματικής ανισότητας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι κοινωνικές παροχές μείωσαν την εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα μόλις κατά 20%, έναντι 40% κατά μέσο όρο στην ΕΕ, ενώ οι φόροι δεν είχαν καμιά επίδραση στη μείωση της ανισότητας.

Αυτό παρά το ότι τα τελευταία έτη έχουν γίνει σημαντικά βήματα για τη βελτίωση της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της επάρκειας του ελληνικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.

Τα στοιχεία δείχνουν πως το νέο σύστημα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το νέο σύστημα οικογενειακών επιδομάτων και το νέο επίδομα στέγασης βάσει ελέγχου πόρων, έχουν συμβάλει μόνον σε περιορισμένο βαθμό στη μείωση της εισοδηματικής ανισότητας.

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να τονωθεί το εισόδημα των νοικοκυριών και ειδικά των πλέον φτωχών είναι η μείωση της φορολογίας και ειδικά των έμμεσων φόρων. Και για αυτό η πρόθεση της κυβέρνησης να μειώσει το ΦΠΑ είναι εξαιρετικά σημαντική. Οι μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ από το 13% στο 11% και από το 24% στο 22% αναμένεται να εφαρμοστούν από το 2022 και μετά.