«Καμπανάκι» για την πορεία της ελληνικής οικονομίας χτυπά το ΙΟΒΕ. Στην τελευταία έκθεσή του εκτιμά πως ο ρυθμός ανάπτυξης φέτος θα είναι χαμηλότερος των αρχικών προβλέψεων και προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να χαθεί χρόνος λόγω της προεκλογικής περιόδου. Σε αντίθετη περίπτωση είναι πιθανή μια επιστροφή σε ύφεση. 

«Αποτελεί επείγουσα ανάγκη να μην χαθεί σχετικός χρόνος και ευκαιρίες προεκλογικά και να δρομολογηθεί η εφαρμογή ενός αποτελεσματικού σχεδίου τομών, με αναπτυξιακό πρόσημο, μετεκλογικά», σημειώνουν οι αναλυτές του ΙΟΒΕ εκτιμώντας παράλληλα ότι αν η ελληνική οικονομία δεν απελευθερώσει και κινητοποιήσει ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις μέσα από κατάλληλες διαθρωτικές τομές, θα υπάρξει γρήγορα επιστροφή στην ύφεση, η οποία με τη σειρά της θα υπονομεύσει και την εξυπηρέτηση του χρέους στα επόμενα χρόνια». 

Η ανάπτυξη 2% δεν φθάνει 

Ο προϋπολογισμός του 2019 βασίσθηκε σε ρυθμό ανάπτυξης 2,5% του ΑΕΠ. Ωστόσο αυτή η πρόβλεψη εκτιμάται πλέον ότι είναι υπεραισιόδοξη και το ΙΟΒΕ προβλέπει ανάπτυξη στα επίπεδο του 2%. «Είναι κρίσιμης σημασίας οι ρυθμοί πραγματικής μεγέθυνσης της οικονομίας να κινηθούν κατά την επόμενη πενταετία σε υψηλό επίπεδο που να υπερβαίνει συστηματικά το 2%» σημείωσε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ κ. Νίκος Βέττας. Έτσι μόνο θα διευκολύνεται η διαχείριση των ιδιωτικών και δημόσιων χρεών και να δρομολογείται σύγκλιση με άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, πρόσθεσε.

Εξίσου σημαντικό όμως είναι να τεθούν οι βάσεις για αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα πάνω από το προβλεπόμενο επίπεδο της περιοχής του 1%, εξέλιξη που προϋποθέτει αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων στην οικονομία. 

Η ελληνική οικονομία εξέρχεται από τη σχεδόν δεκαετή ύφεση, μέσα από την ολοκλήρωση τριών προγραμμάτων και έχοντας διορθώσει σε μεγάλο βαθμό τις ανισορροπίες στα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου πληρωμών.  «Όμως βρίσκεται σε μια ευάλωτη ισορροπία και με ασθενή αναπτυξιακή δυναμική, γιατί η προσαρμογή έγινε κυρίως μέσω της ύφεσης», σημείωσε ο κ. Βέττας. Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή του ΙΟΒΕ προκαλεί προβληματισμό το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο επενδύσεων αλλά και το επίπεδο και η δυναμική της ανεργίας για την οποία υπάρχει κίνδυνος σταθεροποίησης σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα μεσοπρόθεσμα. 

«Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες, καθώς θα διαμορφώνεται πιο καθαρά το πώς θα κινηθεί η ελληνική οικονομία εκτός των προγραμμάτων, θα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και για τη διαμόρφωση της πορείας της μεσοπρόθεσμα», τόνισε ο κ. Βέττας.

Τα κύρια σημεία της τριμηναίας έκθεσης 

Η παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση επιβραδύνθηκε περαιτέρω στο τέταρτο τρίμηνο του 2018. Για το σύνολο του προηγούμενου έτους η μεγέθυνση παγκοσμίως διαμορφώθηκε στο 3,6%, από 3,8% το 2017, ενώ για το 2019 προβλέπεται μικρότερος ρυθμός, στο 3,3%. Θετική συμβολή πέρυσι είχε η μεγέθυνση των ΗΠΑ (2,9%, από 2,2% το 2017), ενώ αρνητικά επηρέασε η επιβράδυνση στην Ευρωζώνη (1,8% από 2,4% το 2017) και την Κίνα (6,6% από 6,9%). Περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανάπτυξης αναμένεται το 2019, σε 2,3% στις ΗΠΑ και 6,3% στη Κίνα. Ισχυρότερη επιβράδυνση το τρέχον έτος αναμένεται στην Ευρωζώνη, σε 1,1%, λόγω παρόμοιων τάσεων κυρίως στις οικονομίες της Γερμανίας και της Ιταλίας. Κύριες εστίες αβεβαιότητας στην ΕΕ η εξασθένηση του διεθνούς εμπορίου, οι επιπτώσεις της μη περαιτέρω επέκτασης του Q-E, καθώς και η κλιμάκωση της ανησυχίας για τη συμφωνία για το Brexit. Oι πολιτικές εμπορικού προστατευτισμού, αποτελούν βασικό κίνδυνο ανάσχεσης της παγκόσμιας αναπτυξιακής δυναμικής. Θετική εξέλιξη οι παρατεταμένες διαβουλεύσεις μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ για την άρση των προστατευτικών εμπορικών πολιτικών.

Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιβραδύνθηκε στο τελευταίο τρίμηνο του περασμένου έτους, σε 1,6%, 0,6 και 0,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από το προηγούμενο τρίμηνο και το ίδιο τρίμηνο πρόπερσι. Στο σύνολο του 2018 το ΑΕΠ ήταν 1,9% υψηλότερο από ότι ένα χρόνο νωρίτερα, μεταβολή πολύ κοντά σε εκείνη που είχε προβλέψει το ΙΟΒΕ από τον Οκτώβριο του 2017 (2,0%). Η ανάπτυξη πέρυσι προήλθε κυρίως από βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου, λόγω διεύρυνσης των εξαγωγών (+8,8%) και αρκετά μικρότερης ανόδου των εισαγωγών (+2,0%). Οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν σε νέο διαχρονικά μέγιστο επίπεδο, τόσο σε αξία (€64,9 δισεκ. σε σταθερές τιμές), όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ (34,2%). Ήπια διεύρυνση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών (1,0%), ενώ αντιθέτως, περιορίστηκε η δημόσια κατανάλωση (-2,5%). Οι επενδύσεις ενισχύθηκαν οριακά, κατά 1,6%, αποκλειστικά όμως από τη διεύρυνση των αποθεμάτων, αφού ο σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου υποχώρησε κατά 12,0%. 

Ρυθμός ανάπτυξης το 2019 ίδιος ή ελαφρώς χαμηλότερος του 2018, από κλιμάκωση επενδυτικής δραστηριότητας (+8-11%) και ιδιωτικής κατανάλωσης (+1,3%). Η ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση θα εκδηλωθεί και στις εισαγωγές, αλλά ήπια (+5,0%), καθώς πολλές εκ των επενδύσεων θα αφορούν σε κατασκευαστικά έργα, με πρώτες ύλες εγχωρίως παραγόμενες. Υπό τα περιοριστικά μέτρα πολιτικής στο διεθνές εμπόριο και την ολοκλήρωση επέκτασης του Q-E, θα αποκλιμακωθεί η άνοδος των εξαγωγών (+5,5%).

Υπέρβαση στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος Κρατικού Προϋπολογισμού στο πρώτο δίμηνο φέτος, κατά €1,01 δισεκ. Προήλθε κυρίως από την πραγματοποίηση λιγότερων «πιστώσεων υπό κατανομή» και, στην πλευρά των εσόδων, από μικρή υπέρβαση στα έσοδα από ΦΠΑ (+€140 εκατ.), όπως επίσης σε εκείνα από μεταβιβάσεις (+€127 εκατ.). Οι δαπάνες του διμήνου δεν έχουν επιβαρυνθεί με την καταβολή επιδομάτων η χορήγηση των οποίων άρχισε μετά το Φεβρουάριο (π.χ. οικογενειακό), ούτε έχουν αποτυπωθεί σε αυτές οι επιπτώσεις από την αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία επηρεάζει περισσότερα από 20 επιδόματα.

Περαιτέρω κάμψη της ανεργίας σε σχέση με ένα χρόνο πριν στο τελευταίο τρίμηνο του 2018, σε 18,7%, επίπεδο που είναι το χαμηλότερο σε αυτό το χρονικό διάστημα του έτους από το 2011. Κατά μέσο όρο πέρυσι το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 19,3%, 2,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ότι πρόπερσι. Η εξασθένιση της ανεργίας πέρυσι κατά 112 χιλ. άτομα, προήλθε κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης κατά 2,0% ή 75,4 χιλ. (67,3% της μείωσης του αριθμού των ανέργων) και δευτερευόντως από τον περιορισμό του εργατικού δυναμικού (-36,7 χιλ.). Οι περισσότερες από το 2017 θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν κυρίως σε κλάδους οι οποίοι στο παρελθόν δεν είχαν εμφανίσει έντονα ανοδική τάση στην απασχόλησή τους: στον Πρωτογενή τομέα, στην Υγεία και τον Τουρισμό. Το 2019 αναμένεται αύξηση της απασχόλησης στον Κατασκευαστικό τομέα, από επενδύσεις σε ιδιωτικοποιήσεις – παραχωρήσεις, αλλά και ανακαίνιση ή κατασκευή κατοικιών, περισσότερες θέσεις εργασίας στο Χονδρικό – λιανικό εμπόριο, λόγω της μεγαλύτερης ανόδου της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς και στο δημόσιο τομέα, μέσω προγραμμάτων προσωρινής απασχόλησης. Υποχώρηση τόνωσης απασχόλησης από τον Τουρισμό. Ακολούθως, η πτώση της ανεργίας θα είναι ηπιότερη και θα διαμορφωθεί κοντά στο 18,0%.

Ο ρυθμός μεταβολής τιμών το πρώτο τρίμηνο φέτος ήταν θετικός, 0,7%, από -0,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2018 και 1,1% στο τελευταίο τρίμηνο πέρυσι. Ο πληθωρισμός οφείλεται στην ήπια ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης, καθώς η μεταβολή του γενικού δείκτη με σταθερούς φόρους και χωρίς τα ενεργειακά αγαθά το α΄ δίμηνο του τρέχοντος έτους διαμορφώθηκε σε 0,9%, έναντι οριακής ανόδου 0,2% το αντίστοιχο διάστημα του 2018. Καθώς δεν έχει μεταβληθεί η έμμεση φορολογία φέτος και η μέση τιμή του πετρελαίου θα είναι κατά μέσο όρο χαμηλότερη της περυσινής, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή θα προέλθει από την εγχώρια ζήτηση και θα  είναι παραπλήσια με το 2018, 0,5% - 0,7%. 

Το τραπεζικό σύστημα καλείται να εφαρμόσει μια εμπροσθοβαρή στρατηγική μείωσης των ΜΕΔ με βάση τους αναθεωρημένους επιχειρησιακούς στόχους έως το 2021. Οι ποσοτικοί στόχοι μείωσης των ΜΕΔ έως και το 2018 επιτεύχθηκαν, ωστόσο απαιτείται επιτάχυνση και ποιοτικότερο μείγμα εργαλείων για την περαιτέρω μείωσή τους μέσα και από αύξηση των ρευστοποιήσεων και των εισπράξεων. Μεταξύ θετικών εξελίξεων, το νέο πλαίσιο προστασίας πρώτης κατοικίας στοχεύει να περιορίσει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, το επενδυτικό ενδιαφέρον προς τον χρηματοπιστωτικό κλάδο ανακάμπτει, ενώ οι τράπεζες εξάλειψαν πλήρως την εξάρτησή τους από τον ELA. Μεταξύ των προκλήσεων, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα που δεν ανακάμπτουν μετά την έξοδο από το πρόγραμμα, ενώ συνεχίζεται για ένατη χρονιά η πιστωτική συρρίκνωση, με την πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών να αναμένεται να βελτιωθεί σταδιακά το 2019, ειδικά για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, προς τις οποίες καταγράφηκαν κάποια πρώτα σημάδια ανάκαμψης χρηματοδότησης, σε κλάδους όπως τουρισμός, γεωργία, ενέργεια, μεταφορές, ακίνητη περιουσία και ναυτιλία.