Οι επιπτώσεις της επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας γίνονται πλέον αντιληπτές σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου συμπαρασύροντας σε πτωτική πορεία τις τιμές των βασικών προϊόντων και επιβαρύνοντας την εμπορική συνεργασία με τους εταίρους της. Και παρ’ όλα αυτά, η οικονομία εξακολουθεί να σημειώνει άνοδο 7%, κάνοντας τους περισσότερους να αναρωτιούνται τι θα γινόταν σε περίπτωση «ανώμαλης» προσγείωσης της κινεζικής οικονομίας.

Το διακύβευμα για το παγκόσμιο περιβάλλον από μια περαιτέρω επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Κίναν αναδεικνύεται σε μια νέα έκθεση  ειδικών επιστημόνων οργανισμού του Oxford Economics.

Όπως αναφέρουν, η Κίνα, που τα τελευταία 30 χρόνια γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθιση, αντιπροσωπεύει σήμερα το 11% του παγκόσμιου ΑΕΠ και περίπου το 10% του παγκόσμιου εμπορίου. Για να λέμε όμως τα πράγματα με το όνομά τους, πρόκειται για έναν ακόμη μεγαλύτερο «παίκτη», ο οποίος καλύπτει πάνω από 11% της παγκόσμιας ζήτησης σε πετρέλαιο και 40%-70% της ζήτησης σε άλλα σημαντικά αγαθά. Σύμφωνα με την έκθεση, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα είναι πιο «μαζικό» και η προσφορά χρήματος είναι μεγαλύτερη και από των ΗΠΑ αντιπροσωπεύοντας το 20% παγκοσμίως.

Επομένως ένα μικρό «τράνταγμα» στην Κίνα, θα μπορούσε να προκαλέσει «σεισμό» στον υπόλοιπο κόσμο. Και πώς θα γίνει αυτό;

Ας πάρουμε αρχικά έναν βασικό τομέα όπως είναι το εμπόριο. Ο όγκος των εισαγωγών έχει πέσει κατά 4% τα πρώτα τρία τρίμηνα του έτους, ύστερα από μια δεκαετία ανόδου της τάξεως του 11% κατά το διάστημα 2004-2014. Οι μεγαλύτεροι χαμένοι είναι σίγουρα όσοι έχουν εμπορικούς δεσμούς με τη χώρα και περισσότερο «ανοιχτές» οικονομίες. Για τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, η εξάρτησή τους από το εμπόριο με την Κίνα είναι μικρότερη και δεν τις επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και αν θα έπρεπε να επιλέξουμε μια χώρα που ίσως να πλήττεται περισσότερο από αυτές τις εξελίξεις, αυτή είναι η Γερμανία. 

Ωστόσο, υπάρχουν και οι έμμεσες επιπτώσεις καθώς οι εμπορικές συνεργασίες της χώρας αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα οποιαδήποτε μεταβολή σε αυτές να επηρεάζει την παγκόσμια ανάπτυξη. Για παράδειγμα, η Ιαπωνία δεν πλήττεται μόνο από την πτώση στις εξαγωγές προς την Κίνα αλλά και από την μείωση των εξαγωγών προς την Κορέα και άλλες ασιατικές χώρες καθώς επηρεάζονται από την ύφεση στην Κίνα, όπως σημειώνει η έκθεση του Oxford Economics.

Ακόμη, κράτη όπως η Βραζιλία και η Αυστραλία επηρεάζονται αρνητικά από την πτωτική πορεία των τιμών στα βασικά προϊόντα, τα οποία διακινεί η Κίνα τα τελευταία χρόνια σε όλο και περισσότερες αγορές.

Μία ακόμη συνέπεια που δεν γίνεται αντιληπτή εκ πρώτης όψεως, είναι και η πτώση στις τιμές του αργού, η οποία μειώνει τα διαθέσιμα κεφάλαια που οι  χώρες εξαγωγής πετρελαίου θα μπορούσαν να τοποθετήσουν για επενδύσεις σε προηγμένες οικονομίες.

Υπάρχει όμως και κάτι παρήγορο στην υπόθεση: οι χαμηλότερες τιμές, ειδικά για τρόφιμα και ενέργεια θα μπορούσαν να αυξήσουν την αγοραστική δύναμη σε χώρες που είναι «καθαροί» εισαγωγείς εμπορευμάτων, όπως είναι προηγμένες χώρες , αναδυόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες και κράτη όπως η Ινδία ή οι βιομηχανοποιημένες ασιατικές χώρες όπως η Κορέα και η Ταιβάν.

Η περαιτέρω επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας είναι δυνατόν να ξεσηκώσει κύμα οικονομικής αστάθειας σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο και το μόνο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι ασφαλείας» είναι το κλειστό σύστημα των χρηματοοικονομικών αγορών της χώρας.

Οι κινεζικές τράπεζες είναι εγχώριας ιδιοκτησίας, κάτι που περιορίζει το ενδεχόμενο τα τυχόν μη εξυπηρετούμενα δάνεια να επηρεάσουν την παγκόσμια αγορά. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχουν οικονομίες που θα αισθανόντουσαν μια σχετική πίεση: τα εταιρικά κέρδη διεθνώς θα μπορούσαν να υποστούν πλήγμα αν η ανάπτυξη επιβραδυνθεί και άλλο. Το απόθεμα  των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Κϊνα κυμαίνεται σήμερα στα 1,5 τρισ. δολάρια, και αν η απόδοση αυτών των μετοχών επιβραδυνθεί, το ίδιο θα συμβεί και με τα συνολικά κέρδη.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ένα: η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνόταν απότομα σε περίπτωση «απότομης προσγείωσης» της Κίνας.