Η μάχη κατά των παράνομων ελληνοποιήσεων στον αγροδιατροφικό τομέα περνά σε μια νέα φάση, με το κράτος να επιχειρεί να μεταφέρει τον έλεγχο από το πεδίο των καταγγελιών και των δειγματοληψιών στη συστηματική ανάλυση δεδομένων. Τα Υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης σχεδιάζουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιχνηλασιμότητας αγροδιατροφικών προϊόντων, επιχειρώντας να αντιμετωπίσουν ένα από τα πιο επίμονα και διαβρωτικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς τροφίμων που δεν είναι άλλο από τη νοθεία της προέλευσης.
Η παράνομη «ελληνοποίηση» εισαγόμενων προϊόντων δεν αποτελεί απλώς μια παρατυπία εμπορικού χαρακτήρα. Πρόκειται για φαινόμενο που αλλοιώνει τους όρους ανταγωνισμού, πιέζει οικονομικά τους νόμιμους παραγωγούς, πλήττει την αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και τελικά υπονομεύει ένα από τα βασικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής αγροδιατροφής: τη φήμη της ποιότητας και της αυθεντικότητας.
«Οι ελληνοποιήσεις δεν είναι απλώς μια στρέβλωση της αγοράς. Είναι μια πρακτική που αδικεί τον Έλληνα παραγωγό, συμπιέζει το εισόδημά του και τελικά πλήττει την αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων. Όταν, για παράδειγμα, εισαγόμενες πατάτες εμφανίζονται ως ελληνικές, όταν το μέλι ή το κρέας βαφτίζονται ελληνικά, χωρίς να είναι ή όταν προϊόντα από το εξωτερικό πωλούνται ως εγχώρια παραγωγή, ζημιωμένος είναι πάντα ο παραγωγός που τηρεί τους κανόνες», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου.
Και κατέληξε: «Αυτό ακριβώς ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε σε συνεργασία με το αρμόδιο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Μέσα από τη διασταύρωση στοιχείων παραγωγής, πωλήσεων, εισαγωγών και εξαγωγών, να εντοπίζουμε τυχόν παρατυπίες. Δηλαδή αν κάποιος δηλώνει συγκεκριμένη παραγωγή, αλλά εμφανίζει δυσανάλογες πωλήσεις ελληνικών προϊόντων, τα συστήματα θα μπορούν να το εντοπίζουν. Στόχος μας είναι οι έλεγχοι να γίνουν πιο δίκαιοι, πιο στοχευμένοι και πιο αποτελεσματικοί, προστατεύοντας τον πραγματικό παραγωγό και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη του καταναλωτή στα ελληνικά προϊόντα».
Καθώς η ελληνική παραγωγή επιχειρεί να ενδυναμώσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές, η διασφάλιση της αξιοπιστίας των προϊόντων αποκτά στρατηγική σημασία. Για τον καταναλωτή, η ένδειξη «ελληνικό προϊόν» συνδέεται με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, με τοπική παραγωγή, με παραδοσιακές πρακτικές και με μια αίσθηση ασφάλειας. Για τον παραγωγό, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προστιθέμενης αξίας. Όταν όμως στην αγορά διακινούνται προϊόντα που εμφανίζονται ως ελληνικά χωρίς να είναι, η ζημιά δεν περιορίζεται σε μια αθέμιτη εμπορική πρακτική. Διαβρώνεται η ίδια η αξιοπιστία του συστήματος.
Η απάντηση που σχεδιάζεται δεν στηρίζεται στην αύξηση της γραφειοκρατίας ούτε στη δημιουργία νέων υποχρεώσεων για τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις. Το νέο μοντέλο φιλοδοξεί να αξιοποιήσει δεδομένα που ήδη υπάρχουν σε διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου και μέχρι σήμερα παραμένουν κατακερματισμένα. Μέσω της διαλειτουργικότητας, οι βάσεις δεδομένων παραγωγής, εισαγωγών, εξαγωγών, τιμολογίων και εμπορικών συναλλαγών θα συνδέονται, δημιουργώντας μια δυναμική εικόνα της διακίνησης κάθε προϊόντος στην αγορά.
Η ουσιαστική αλλαγή βρίσκεται στη μετάβαση από τον αποσπασματικό έλεγχο στη συστηματική πρόληψη. Αντί οι αρχές να αναζητούν εκ των υστέρων παραβάσεις, το σύστημα θα εντοπίζει αυτόματα ασυμβατότητες και ανισορροπίες, πριν ακόμη υπάρξει καταγγελία ή φυσικός έλεγχος. Η λογική του είναι απλή: όταν τα διαθέσιμα δεδομένα δεν «συμφωνούν» μεταξύ τους, ενεργοποιείται μηχανισμός αξιολόγησης κινδύνου.
Το παράδειγμα της αγοράς κρέατος αποτυπώνει με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας. Εάν ένας έμπορος αγοράζει τεκμηριωμένα 10.000 κιλά ελληνικού αρνιού από εγχώριους κτηνοτρόφους, αλλά εμφανίζεται να διαθέτει στην αγορά 25.000 κιλά «ελληνικού αρνιού», τότε το σύστημα μπορεί να διαπιστώσει αυτομάτως ότι η εξίσωση δεν ισορροπεί. Αν δεν προκύπτουν εισαγωγές ή άλλες νόμιμες πηγές προμήθειας που να δικαιολογούν τη διαφορά, η περίπτωση καταγράφεται ως υψηλού κινδύνου και προωθείται κατά προτεραιότητα για έλεγχο.
Η φιλοσοφία αυτής της προσέγγισης έχει ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού. Οι έλεγχοι δεν θα πραγματοποιούνται πλέον οριζόντια ή τυχαία, αλλά στοχευμένα, εκεί όπου οι πιθανότητες παρατυπίας είναι αυξημένες και οι επιπτώσεις στην αγορά μεγαλύτερες. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή «ψηφιακού προφίλ κινδύνου», μέσω του οποίου οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθύνονται πιο αποτελεσματικά.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το ίδιο το σύστημα θα εξελίσσεται όσο αυξάνεται ο όγκος και η ποιότητα των δεδομένων. Όσο περισσότερες πληροφορίες διασταυρώνονται, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ακρίβεια στην ανίχνευση αποκλίσεων και η δυνατότητα εντοπισμού σύνθετων μορφών απάτης. Η τεχνητή νοημοσύνη και η αλγοριθμική ανάλυση δεν θα υποκαθιστούν τον ανθρώπινο έλεγχο, αλλά θα λειτουργούν ως εργαλείο ιεράρχησης και προτεραιοποίησης.
Η δεύτερη διάσταση του σχεδίου αφορά τον ίδιο τον καταναλωτή. Η ιχνηλασιμότητα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως μηχανισμός ελέγχου της αγοράς, αλλά και ως εργαλείο διαφάνειας. Μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας ή εφαρμογής για κινητά, ο πολίτης θα μπορεί να επαληθεύει την προέλευση ενός προϊόντος, να ενημερώνεται για τον παραγωγό, τη μονάδα παραγωγής, την περιοχή προέλευσης και την παρτίδα στην οποία ανήκει το προϊόν που αγοράζει.
Η δυνατότητα αυτή ενδέχεται να αλλάξει ουσιαστικά τη σχέση του καταναλωτή με το τρόφιμο. Όσο αυξάνεται η σημασία που αποδίδουν οι καταναλωτές στην προέλευση και την ποιότητα των τροφίμων, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανάγκη για άμεση και αξιόπιστη ενημέρωση. Παράλληλα, δημιουργείται ένα αποτρεπτικό περιβάλλον για όσους επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη φήμη των ελληνικών προϊόντων μέσω παραποίησης ή ψευδών δηλώσεων.
Πρόκειται για ένα μοντέλο που, αν εφαρμοστεί πλήρως, θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος στην αγορά τροφίμων, μετατοπίζοντας το βάρος από τον φυσικό έλεγχο στη διασταύρωση δεδομένων. Το εγχείρημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται την προστασία της παραγωγικής της ταυτότητας. Σε έναν διεθνή ανταγωνισμό όπου η αυθεντικότητα αποτελεί οικονομικό κεφάλαιο, η δυνατότητα τεκμηρίωσης της προέλευσης μπορεί να εξελιχθεί σε κρίσιμο εργαλείο εμπορικής υπεραξίας.
Η λογική του σχεδίου, όπως αποτυπώνεται από τον κυβερνητικό σχεδιασμό, είναι ότι η ελληνική αγροδιατροφή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη φήμη που έχει ήδη κατακτήσει. Χρειάζεται μηχανισμούς που να αποδεικνύουν, με διαφάνεια και αξιοπιστία, ότι το προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή είναι πράγματι αυτό που δηλώνει πως είναι. Και για πρώτη φορά, η μάχη απέναντι στις ελληνοποιήσεις φαίνεται να μεταφέρεται από το πεδίο της υποψίας στο πεδίο της τεκμηρίωσης.
Πηγή: ΑΠΕ_ΜΠΕ