Οι ολοένα πιο θερμές καλοκαιρινές περίοδοι μετατρέπουν την ψύξη των κατοικιών σε μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες αιτίες κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, με τα κλιματιστικά να αποκτούν πλέον μόνιμο ρόλο στην καθημερινότητα των νοικοκυριών και να επηρεάζουν όλο και περισσότερο τους λογαριασμούς ρεύματος. Αυτό που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν κυρίως «άνεση» για λίγες ημέρες καύσωνα, εξελίσσεται σταδιακά σε βασική ενεργειακή ανάγκη για μήνες.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα επηρεάζεται πλέον αισθητά από τις αυξημένες ανάγκες ψύξης, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Σύμφωνα με μελέτες για την ενεργειακή κατανάλωση και τις ανάγκες ψύξης στη Μεσόγειο, όπως αναλύσεις του ιταλικού κέντρου κλιματικής έρευνας CMCC (Euro-Mediterranean Center on Climate Change) και ευρωπαϊκές μελέτες για τους δείκτες Cooling Degree Days (CDD), δηλαδή τις μετρήσεις που αποτυπώνουν πόσο αυξάνεται η ανάγκη χρήσης κλιματισμού λόγω υψηλών θερμοκρασιών, η χρήση ενέργειας λόγω κλιματισμού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 265% την περίοδο 2000-2022. Οι ίδιες αναλύσεις κατατάσσουν την Ελλάδα μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία στις χώρες που συγκεντρώνουν πλέον το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης ψύξης στην ΕΕ.
Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα με τις υψηλότερες θερμοκρασίες. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις για τους δείκτες Cooling Degree Days (CDD), η ανάγκη κατανάλωσης ενέργειας για κλιματισμό αυξήθηκε κατά 6% το 2024 σε σχέση με το 2023 και κατά 20% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2000-2020.
Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το πρώτο εξάμηνο του 2025 δείχνουν ότι η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην ΕΕ διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, στα 28,72 ευρώ ανά 100 kWh, ενώ στην Ελλάδα η λιανική τιμή για τα νοικοκυριά κινήθηκε στα 22,63 ευρώ ανά 100 kWh, παραμένοντας αισθητά υψηλότερη σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα του 2019.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο λόγω του γηρασμένου κτιριακού αποθέματος της χώρας. Χιλιάδες κατοικίες εξακολουθούν να διαθέτουν περιορισμένη θερμομόνωση, παλιά κουφώματα και ανεπαρκή σκίαση, με αποτέλεσμα να «χάνουν» ψύξη και να χρειάζονται πολύ περισσότερες ώρες λειτουργίας των κλιματιστικών. Γι’ αυτό και το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μέσω του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ δίνει πλέον ιδιαίτερο βάρος στον εξηλεκτρισμό των κτιρίων και στις ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών.
Η εικόνα αυτή αρχίζει να επηρεάζει και το ίδιο το ηλεκτρικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια, οι θερινές αιχμές κατανάλωσης εμφανίζονται όλο και συχνότερα τις βραδινές ώρες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες κλιματιστικά λειτουργούν ταυτόχρονα. Παρά την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ, οι υψηλές βραδινές ανάγκες ψύξης εξακολουθούν να κρατούν σε λειτουργία μονάδες φυσικού αερίου ώστε να καλύπτεται η ζήτηση, κάτι που επηρεάζει τελικά και το κόστος ηλεκτρισμού. Πρόσφατες αναλύσεις για την ελληνική αγορά ενέργειας επισημαίνουν ότι ακόμη και με αυξημένη παραγωγή ΑΠΕ, οι βραδινές αιχμές συνεχίζουν να στηρίζονται σε ακριβότερη ηλεκτροπαραγωγή από αέριο.
Και όσο τα καλοκαίρια γίνονται πιο ακραία, το πρόβλημα δεν θα περιορίζεται μόνο στους λογαριασμούς. Η ψύξη μετατρέπεται πλέον σε έναν νέο παράγοντα ενεργειακής ανισότητας: τα νοικοκυριά με παλιά σπίτια και παλαιά κλιματιστικά θα πληρώνουν δυσανάλογα ακριβότερα για να αντέξουν θερμοκρασίες που κάθε χρόνο σπάνε νέα ρεκόρ. Σε πολλές περιοχές της χώρας, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, η «ενεργειακή φτώχεια του καλοκαιριού» αρχίζει πλέον να εμφανίζεται δίπλα στην ενεργειακή φτώχεια του χειμώνα.