Ελλάδα
16-05-2020 | 09:19

Τα πολλά «πρόσωπα» της πλατείας Ομονοίας

Μοιράσου το
Τα πολλά «πρόσωπα» της πλατείας Ομονοίας

Η Ομόνοια αποτελεί ίσως τη μοναδική πλατεία της Αθήνας που έχει αλλάξει πρόσωπο αμέτρητες φορές μέσα στα χρόνια.

Με ένα νέο πιο εύθυμο πρόσωπο και φιλικότερη προς του πολίτες, παραδόθηκε την εβδομάδα που μας πέρασε στους Αθηναίους, η πλατεία Ομονοίας. Με το γλυπτό υδροκινητικής λειτουργίας του Γιώργου Ζογγολόπουλου, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία έπειτα από πολλά χρόνια «ακινησίας», η εμβληματική πλατείας της πρωτεύουσας διεκδικεί νέο ρόλο στην καθημερινότητα της πόλης, αποτελώντας και μέρος του Μεγάλου Περιπάτου της που θα δημιουργηθεί το επόμενο διάστημα από τον Δήμο Αθηναίων.

Η αναμόρφωση της βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται στο προσκήνιο. Η Ομόνοια αποτελεί ίσως τη μοναδική πλατεία της Αθήνας που έχει αλλάξει πρόσωπο αμέτρητες φορές μέσα στα χρόνια. Από το μεσημέρι της 14ης Οκτωβρίου του 1862 όταν οι Αθηναίοι πανηγύριζαν την έξωση του βασιλιά στην τότε πλατεία Όθωνος μέχρι και την νέα αναβάθμισή της, η Ομόνοια πέρασε από την υποβάθμιση στη «κοσμοπολίτικη ζωή» και τούμπαλιν, ουκ ολίγες φορές.

Ποιες ήταν όμως οι διάφορες εποχές και σχέδια της πολύπαθης πλατείας του κέντρου των Αθηνών;

Λόγω της αύξησης των οχημάτων στην Αθήνα, η Ομόνοια αναγκάστηκε για άλλη μια φορά να αλλάξει όψη, με το κυκλικό σχήμα να χάνεται αφού δημιουργήθηκε η σύνδεση μεταξύ Πανεπιστημίου και Αγίου Κωνσταντίνου.

Η τελευταία ανακαίνιση της πλατείας έγινε πριν την Ολυμπιάδα του 2004, με κυρίαρχο στοιχείο της το τσιμέντο και τις σιδηροκατασκευές. Παρότι το αρχικό σχέδιο προέβλεπε την επιφανειακή φύτευση εκατοντάδων δένδρων, όπως ελιές και φοίνικες καθώς και καλλωπιστικών φυτών, αυτό δεν έγινε ποτέ, το σιντριβάνι απομακρύνθηκε (κεντρική φωτογραφία) και το σχέδιο είχε δεχτεί έντονη κριτική, καθώς το τσιμέντο κυριαρχούσε. 

 

Μια ακόμα ανάπλαση που σηματοδότησε την απαρχή της γκρίζας εποχής της πλατείας, ξεκινά με την εγκατάσταση του Γυάλινου Δρομέα που πήρε τη θέση του σιντριβανιού.

Λίγο πριν ξεκινήσει η δεκαετία του '90, η Ομόνοια σκάβεται ξανά, αυτή τη φορά για τις ανάγκες του μετρό, κι αλλάζει και πάλι μορφή. Το υγρό στοιχείο δίνει τη θέση του στο στερεό, καθώς τοποθετείται επί της πλατείας όπου πρασινίζει μερικώς από το γκαζόν, το έργο « Δρομέας» του Κώστα Βαρώτσου. Το άγαλμα, το οποίο τοποθετείται στο σημείο στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δράσης «Δρώμενα» που οργάνωνε ο δήμος Αθηναίων επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ και αντιδημαρχίας πολιτισμού Σταύρου Ξαρχάκου, τον Αύγουστο του 1988 με σκοπό να παραμείνει για περίπου ένα μήνα.

Ο «Δρομέας», έχοντας κατασκευαστεί για να παραμείνει λίγο διάστημα στην Ομόνοια, δεν είχε δομηθεί με τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να διαρκέσει στο χρόνο. Μετά από κάποια χρόνια, παρουσιάστηκαν τα πρώτα προβλήματα στη στατικότητα και σταθερότητα της φόρμας του ενώ οι επικείμενες εργασίες για την κατασκευή του μετρό και τη σύνδεσή του με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, είχαν ως αποτέλεσμα την απόφαση για «κατεδάφιση» του «Δρομέα» της Ομόνοιας. Εντέλει, αποφασίστηκε η προσωρινή μεταφορά του στην Πλατεία της Μεγάλης του Γένους Σχολής.... και αφού επανασχεδιάζεται, μετά από στατική μελέτη, μεταφέρεται τον Μάιο του 1944 στη σημερινή του θέση, επί της οδού Βασ. Σοφίας, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον και την Εθνική Πινακοθήκη.

Η μεγάλη αναδιάταξη της πλατείας πραγματοποιείται το 1960, όπου η φυσιογνωμία της αλλάζει κατά πολύ. Τα λουλούδια, τα περίπτερα, τα κιγκλιδώματα και οι πάγκοι των ανθοπωλών ξηλώνονται και οι πεζοί αποκλείονται εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή.

Η επιφάνεια της πλατείας μετατρέπεται σε τεχνητή λίμνη με σιντριβάνια, ενώ υπογείως διαμορφώνεται μια δεύτερη, πολύ πιο αποπνικτική. Το κοσμικό παρελθόν της Ομόνοιας έχει ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του κέντρου που δίνει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο, μετατρέποντας την περιοχή σε κυκλοφοριακό κόμβο αποκλείοντας την πρόσβαση στους πεζούς.

insider

 

Γελοιογράφοι της εποχής σχολιάζουν καυστικά τη λίμνη, βάζοντας μέσα τη γοργόνα που ρωτά τον τροχονόμο αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Ο Μποστ σε μια γελοιογραφία του που φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του Ταχυδρόμου στις 25 Ιουλίου 1959, την περίοδο δηλαδή όπου γίνονταν τα μεγάλα έργα για την ανακατασκευή της πλατείας και την διάνοιξη της οδού Κοραή, γράφει χαρακτηριστικά : «Να ιδώ του βάλτου τα χωργια από ψηλή ραχούλα- να δω κε την ομονηα με τα νερά τα κρεια».

Μέσα σε μια δεκαετία τα σιντριβάνια ανακατασκευάζονται σε διάφορες μορφές για να αντικατασταθούν εν τέλει από υδάτινους πίδακες. Οι πεζοί παραμένουν αποκλεισμένοι από την επιφάνεια της πλατείας και οι μόνοι που την επισκέπτονται κατά περιόδους είναι οι των ομάδων που καθιερώνουν τις βουτιές ύστερα από κάθε νίκη της ομάδας τους.

Χρειάστηκαν περίπου τριάντα χρόνια για να αλλάξει και πάλι όψη η πλατεία. Όταν το 1930, ολοκληρώνονται τα έργα για τον υπόγειο σιδηρόδρομο τα εγκαίνια του οποίου πραγματοποιεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, εκτός από το κυκλικό σχήμα, η πλατεία αποκτά μια εικόνα πιο αστική και λιγότερο πράσινη.

Οι φοίνικες τα λουλούδια και τα ξύλινα παγκάκια δεν υπάρχουν πια. Στη θέση τους δεσπόζουν τα μαρμάρινα κυκλιδώματα που οδηγούν στον υπόγειο σιδηρόδρομο, ενώ στο κέντρο της, κατασκευάζονται περίπτερα για τους ανθοπώλες. Περιμετρικά τοποθετούνται οκτώ τσιμεντένιες Μούσες για να καλύψουν τους αεραγωγούς του τρένου που μένουν στην ιστορία ως οι «Μούσες της Ομόνοιας»... Πάνω από τα αγάλματα υψώνονταν ψηλοί τσιμεντένιοι κίονες, στην κορυφή των οποίων υπήρχαν καπνοδόχοι....

Βέβαια μιας και οι μούσες κατά τη μυθολογία ήταν εννέα, και η πλατεία για λόγους αισθητικής και συμμετρίας μπορούσε να φιλοξενήσει μόνο οκτώ, ο χώρος που τοποθετήθηκε η ένατη, η μούσα της επικής ποίησης Καλλιόπη, ήταν ακριβώς δίπλα από τα δημόσια ουρητήρια. Εξαιτίας αυτού η «φτωχή Καλλιόπη» ταύτισε για πάντα το όνομά της με την τουαλέτα...

Οι Μούσες δεν ενθουσίασαν κανέναν, αντιθέτως χαρακτηρίστηκαν κακόγουστες αφού έκαναν την κυκλική πλατεία να μοιάζει σαν τούρτα με κεράκια. Έξι χρόνια μετά, όταν μία από αυτές κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, έπεσε με κίνδυνο να τραυματίσει τους περαστικούς, οι εννέα πανέμορφες κόρες  του Δία και της Μνημοσύνης, απομακρύνθηκαν από την πλατεία.

Παρόλα αυτά την εποχή των Μουσών το χρώμα της πλατείας δεν χάθηκε αφού τα λουλούδια των ανθοπωλών συνέχιζαν να στολίζουν την πλατεία μαζί με τα καφενεία, τις μπυραρίες και τα καμπαρέ που είχαν δημιουργηθεί περιμετρικά.

Μια εικόνα της Ομόνοιας της εποχής εκείνης δίνει και το τραγούδι «Ομόνοια Πλας» της δεκαετίας του ‘50 που  τραγουδά πρώτη σε μια θεατρική επιθεώρηση η Ρένα Βλαχοπούλου και στη συνέχεια η Σοφία Βέμπο:

«Σε κάθε γωνία επτά καφενεία
καρέκλες με κόσμο γεμάτες
και ταξί που ψαρεύουν πελάτες
Κομψοί και ωραίοι, πολίσμαν τροχαίοι
πεντ’ έξι παλιές μπυραρίες
καυγαδάκια στις αφετηρίες
Καμπαρέ με jazz band και belles femmes
με ταμπέλες που λένε welcome
Τι ρυθμός και ζωή και κοσμοσυρροή
μέρα νύχτα και ως το πρωί.
Και τα ανθοπωλεία σειρά στην πλατεία
τριάντα περίπτερα πλάι
κι από κάτω Μετρό που περνάει
Πιο εκεί, κουλουρτζή, ο ταμπλάς
Να η Ομόνοια Πλας...”

Από το 1862 και μετά η νέα πλατεία Ομονοίας συνδύαζε την αύρα της μεσοαστικής Αθήνας με εκείνη των τριγύρω εργατικών περιοχών. Το 1877, η πλατεία δενδροφυτεύεται και ευπρεπίζεται. Εκτός από τις λάμπες φωταερίου στο κέντρο της στήνεται μια μαρμάρινη πολυγωνική εξέδρα μουσικής, για να φιλοξενεί κάθε Κυριακή την στρατιωτική μπάντα, η οποία «παιάνιζε προς τέρψη των θαμώνων».

Λίγα χρόνια αργότερα, η πλατεία γίνεται η αφετηρία του ιπποσιδηροδρόμου, ενώ το 1889, στη δυτική γωνία της διασταύρωσης της οδού Αθηνάς με την πλατεία Ομονοίας οικοδομείται σε σχέδια του Ernst Ziller το παραμελημένο σήμερα ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, κατόπιν δωρεάς του Ιωάννη Μπάγκα (ή Πάγκα). Η ανέγερσή του (μαζί με το δίδυμό του Μπάγκειο, λίγο αργότερα) εγκαινιάζει μια νέα εποχή για τα αθηναϊκά ξενοδοχεία, από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής διάταξης και εξωτερικής μορφής. Ταυτόχρονα καταφέρνει να γίνει σημείο αναφοράς της κοσμικής κίνησης της πόλης κι αρχίζει να ανταγωνίζεται την αίγλη της πλατείας Συντάγματος.

Στην αναβάθμιση αυτή, βέβαια, βοηθούν και οι αφίξεις νέων καταστημάτων όπως το «Σολώνειο», το «Βυζάντιο», το «Ζούνης», το «Χαραμής», το «Ομόνοια» και φυσικά η γνωστή «Ήβη», όπου συγκεντρώνεται όλος ο «καλός κόσμος» της εποχής.

Οι ιδιοκτήτες των καφενείων της περιοχής προσπαθούν να προσελκύσουν όλο και περισσότερη πελατεία. Σταδιακά ανοίγουν τις πόρτες τους στις κυρίες και δανείζονται στοιχεία από τα ζαχαροπλαστεία. Ελληνικές και ξένες, κυρίως γαλλικές εφημερίδες, καθώς και περιοδικά δημιουργούν άτυπα αναγνωστήρια, ενώ ορχήστρες φροντίζουν για τη μουσική υπόκρουση. Την εικόνα συμπληρώνουν τραγουδιστές και τραγουδίστριες του μελοδράματος.

Δίπλα στον τούρκικο καφέ που έψηνε ο ταμπής με δέκα λεπτά το λεγόμενο δεκαράκι το φλιτζάνι, παρασκευαζόταν και ο «Βιενναίος», ο ευρωπαϊκός καφές, με γάλα ή κρέμα, ο οποίος κόστιζε 40 λεπτά. Το νερό έφτανε από το Μαρούσι σε στάμνες και πληρωνόταν ξεχωριστά, 5 λεπτά το ποτήρι. Πάστες, γλυκά φούρνου, παγωτά και ηδύποτα ήταν μερικά από αυτά που συμπλήρωναν τον κατάλογο.

Εκτός από τα καφενεία, υπήρχαν και τα ζυθοπωλεία, οι ταβέρνες, τα ξενοδοχεία και φυσικά τα καφωδεία και τα καφέ σαντάντ. Τα τελευταία όμως σε συνδυασμό με την άφιξη των αμανετζίδικων στην περιοχή του Ψυρρή, ήταν εκείνα που στέρησαν από την Ομόνοια τον τίτλο της αριστοκρατικής περιοχής και χάρισαν το προβάδισμα στην πλατεία Συντάγματος. Στο τέλος αυτού αιώνα, το 1895 δημιουργείται ο σταθμός του τρένου Αθηνών-Πειραιώς.

Στον «Ρωμηό» του 1907 διαβάζουμε για εκείνη την εποχή:

«Ίτε πάντες εις της Ήβης το γνωστόν ζυθοπωλείον
Νικολή του Γιακουμάκη, τέλειον εκ των τελείων.
Ανοιχτόν μέχρι πρωίας στην Ομόνοιαν εκεί,
εντελής καθαριότης κι’ έξοχος μαγειρική,
μπύρα πρώτη Κλωναρίδη και ποικίλα φαγητά,
ο καλλίτερος ο κόσμος, πάντοτε σ’ αυτό φοιτά».

Τα πρώτα σχέδια της έγιναν από τους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Σάουμπερτ, κι αποτύπωναν μια πλατεία ορθογώνια η οποία θα έφερε την ονομασία πλατεία Ανακτόρων. Ο λόγος ήταν πως ο χώρος προοριζόταν για την ανέγερση των Ανακτόρων, αφού η θέα προς την Ακρόπολη από αυτό το σημείο της πόλης ήταν μοναδική.

Το σχέδιο ωστόσο απορρίφθηκε από τον Λουδιβίκο, τον πατέρα του Όθωνα επειδή γειτνίαζε με τις τότε εργατικές συνοικίες και βρισκόταν σε κοίλωμα κοντά στα έλη του Κηφισού.

Την ιδέα της ανέγερσης των ανακτόρων ακολούθησε εκείνη της ανέγερσης του Ναού του Σωτήρος, ώστε το έθνος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς το Θείο για την απελευθέρωση του. Ο έρανος, όμως, που είχε προγραμματιστεί για την συγκέντρωση των εξόδων δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.

Έτσι το 1834 τα σχέδια επανεξετάστηκαν και η αναθεώρησή τους ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στην νέα της εκδοχή η πλατεία θα είχε κυκλικό σχήμα ενώ θα ήταν ομώνυμη του τότε βασιλιά Όθωνα. Κι αυτό όμως αποτέλεσε ένα ακόμα σχέδιο που εγκαταλείφθηκε.

Εν τέλει, το 1846, η πλατεία κατασκευάζεται με βασιλικό διάταγμα, παίρνει ορθογώνιο σχήμα και ονομάζεται πλατεία Όθωνος, προς τιμήν του βασιλιά. Τότε  αποτελούσε το βορειότερο άκρο της πόλης και το τέρμα του εξοχικού περιπάτου των Αθηναίων της εποχής.

Το σημερινό της όνομα απέκτησε το 1862, όταν έγινε σύμβολο ενότητας των αντιμαχόμενων πολιτικών παρατάξεων, των Ορεινών και των Πεδινών, που συμφιλιώθηκαν εκεί μετά την εκθρόνιση του βασιλιά. Εκείνο το μεσημέρι της 14ης Οκτωβρίου, ο πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης, Δημήτριος Βούλγαρης, γνωστός και ως Τζουμπές, απευθύνθηκε μετά την δοξολογία στο συγκεντρωμένο πλήθος και είπε:

«Ας ορκισθώμεν επί της Πλατείας ταύτης, της λαβούσης ήδη το ωραίον της «Ομονοίας» όνομα, και ας είπη έκαστος εξ ημών: Ορκίζομαι πίστιν εις την πατρίδα και υπακοήν εις τας εθνικάς αποφάσεις».

Αυτή η ένδοξη και επαναστατική φράση σηματοδότησε την απαρχή της ιστορίας της Πλατείας Ομονοίας, η οποία γνώρισε από τότε διάφορες «εποχές», οράματα και υποσχέσεις…

Προηγούμενο
Επόμενο

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.