Το καθεστώς οικονομίας πολέμου που διαμορφώνεται φέρνει όλους τους παίκτες της αγοράς αντιμέτωπους με τις ευθύνες τους. Και πάλι…
Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για την «άμεση αντιμετώπιση φαινομένων αθέμιτης κερδοφορίας στα υγρά καύσιμα και σε προϊόντα που είναι απαραίτητα για τη διατροφή και τη διαβίωση του καταναλωτή» δίνει τον τόνο. «Απαγορεύεται η αποκόμιση μεικτού περιθωρίου κέρδους από την πώληση οποιουδήποτε προϊόντος, που είναι απαραίτητο για τη διατροφή και τη διαβίωση του καταναλωτή, εφόσον το μεικτό περιθώριο κέρδους, υπολογιζόμενο ανά κωδικό προϊόντος, υπερβαίνει τον μέσο όρο του αντίστοιχου μεικτού περιθωρίου κέρδους του έτους 2025», αναφέρεται.
Δεν μιλάμε για πάγωμα τιμών. Απλά επιβάλλεται (σε κάποια είδη) πλαφόν στο κέρδος που ήδη αποκομίζουν. Η κίνηση ήταν επιβεβλημένη, δεδομένου ότι τα κρούσματα αισχροκέρδειας είχαν αρχίσει από την πρώτη ημέρα της κρίσης να «μεταφέρονται» από την αγορά στην αντλία αλλά και στο ράφι. Αλλά και η ΠΝΠ αναφέρεται στην «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την προστασία των καταναλωτών, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου έξαρσης φαινομένων αθέμιτης κερδοφορίας» σε συνέχεια της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή.
Ο στόχος είναι το μέτρο να συμβάλλει στην προσπάθεια διατήρησης μίας σχετικής ομαλότητας σε μία αγορά που είναι ήδη ευάλωτη σε ανατιμήσεις όπως έδειξαν και τα τελικά στοιχεία του πληθωρισμού. Γιατί, οι τιμές στην Ελλάδα μετά την κρίση του 2022 δεν ομαλοποιήθηκαν τόσο όσο σε άλλα κράτη: το πιο μεγάλο διάστημα έκτοτε ο πληθωρισμός έτρεχε ταχύτερα από την Ευρωζώνη.
Καθώς λοιπόν η χώρα εισέρχεται σε (μία ακόμα) πληθωριστική δίνη, πρέπει όλοι να αναλογιστούν τις ευθύνες τους. Οι ευθύνες δεν ανήκουν μόνο στην κυβέρνηση, στον πολιτικό κόσμο και στις αρμόδιες αρχές που ασχολούνται με τη διασφάλιση των ανταγωνιστικών συνθηκών. Οι ευθύνες ανήκουν και στον ιδιωτικό τομέα: σε όλο τον κύκλωμα παραγωγής, διανομής και λιανικών πωλήσεων προϊόντων και παροχής υπηρεσιών. Η ανθεκτικότητα της οικονομίας και της κοινωνίας βάλλεται με ένα νέο κύμα ανατιμήσεων. Πέρα από την εξαέρωση του διαθέσιμου εισοδήματος πιέσεις ασκούνται και στην αγορά με τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Και να μη ξεχνάμε πως στην Ελλάδα έχουμε και άλλες κρίσεις που τρέχουν παράλληλα επηρεάζοντας τις τιμές και τώρα «σκιάζονται» από τον Πόλεμο: από τις κλιματικές συνθήκες και τα προηγούμενα υψηλά κόστη παραγωγής (που ακόμα πιέζουν τον πρωτογενή τομέα και θα προκαλέσουν νέο κύμα ανατιμήσεων σε νωπά είδη), έως τη κρίση στην αγορά κατοικίας (με νέα άνοδο άνω του 8% στις επίσημες τιμές των ενοικίων).
Τώρα λοιπόν που οι ανάγκες για αμυντικές δαπάνες διογκώνονται και νέες ανάγκες για μέτρα στήριξης δυστυχώς θα προκύψουν, μοιραία αναδιανέμονται οι (πεπερασμένοι αν δεν λάβει μία απόφαση η ΕΕ) πόροι που μπορούν να στηρίξουν την οικονομία και την αγορά. Η χώρα είχε ανοικτές πληγές και τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει και νέα τραύματα. Είναι ευθύνη όλων όσοι δραστηριοποιούνται στη χώρα να μην αφήσουν να δημιουργηθούν επιπλέον μόνιμες βλάβες...