Η χειρότερη εκδοχή της κρίσης είναι η παράδοση στην περιδίνηση της σαν μόνιμο και αναπότρεπτο γεγονός. Σαν τίποτε να μην μπορεί να αλλάζει και άρα, ο μόνος ρεαλισμός είναι ο συμβιβασμός σε μειωμένες απαιτήσεις και σε ανύπαρκτες προσδοκίες. Τίποτα καλύτερο δεν μπορεί να γίνει. Όμως, όπως συγκεκριμένες ασθένειες είναι που μας οδήγησαν στην κρίση, έτσι και συγκεκριμένες θεραπείες είναι αυτές που θα μας οδηγήσουν στο να την ξεπεράσουμε. Οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, διαιωνίζει την κρίση και εξυπηρετεί όσους τρέφονται από αυτή.

Ο χώρος της Υγείας, του πιο πολύτιμου Εθνικού κεφαλαίου, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των διαφορετικών αναγκών.

Η μια φωνάζει πως σε μια χρεωκοπημένη χώρα, δεν μπορούμε να έχουμε και πολλές απαιτήσεις. Ήδη η φαρμακευτική δαπάνη βρίσκεται στο 50% του Ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι ανάγκες ξεπερνούν τις δυνατότητες, οπότε ας προσαρμοστούμε σε αυτές. Ότι μπορούμε, κάνουμε.

Κι ενώ συνήθως οι ανάγκες περιγράφονται με αυξημένη ακρίβεια, οι δυνατότητες απεικονίζονται με διαστρεβλωτικούς φακούς. Όχι γιατί οι προτάσεις είναι περιορισμένες, αλλά γιατί η διατήρηση του παλιού τρόπου αξιοποίησής τους, εκτός από εύκολη, είναι συνήθως και βολική για κάποιους. Όχι πάντως για το κοινωνικό σύνολο.

Από την άλλη όμως η εφαρμογή των κατάλληλων δομικών αλλαγών, δεν απαιτεί αύξηση των δαπανών αλλά εξορθολογισμό και έλεγχο, αξιολόγηση και σχεδιασμό με πλάνο, υλοποίηση δοκιμασμένων, εφικτών και αποτελεσματικών λύσεων που σέβονται τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας. Λύσεις που μπορούν να καταστήσουν εφικτό το στόχο της απόκτησης ενός πρότυπου Δημόσιου Συστήματος Υγείας, με επίκεντρο τον ασθενή και με σεβασμό στις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.

Και πρώτα απ’ όλα υλοποιώντας τις αναγκαίες και πολυσυζητημένες μεταρρυθμίσεις όπως ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, ο εμπροσθοβαρής εξορθολογισμός του συστήματος Υγείας με έμφαση και ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας Υγείας μειώνοντας ταυτόχρονα το κόστος της δευτεροβάθμιας.

Δεύτερον προχωρώντας στον έλεγχο των δαπανών υγείας στα πραγματικά μεγάλα κέντρα κόστους τα οποία αποτελούν το 85% του συνολικού προϋπολογισμού της Υγείας. Εφαρμόζοντας δόκιμες, αποδοτικές και απόλυτα εφικτές λύσεις όπως η εφαρμογή της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, η εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και μητρώων ασθενών, η ενίσχυση της διείσδυσης των γενοσήμων, η αξιολόγηση της τεχνολογίας

Και φυσικά δημιουργώντας το γόνιμο έδαφος - ενός σταθερού, προβλέψιμου και θελκτικού περιβάλλοντος, που θα ενθαρρύνει την έρευνα και ανάπτυξη. Οι εταιρίες μπορούν, τα δημόσια Ταμεία ευνοούνται, το σύστημα Υγείας αναβαθμίζεται, οι ασθενείς έχουν πρόσβαση σε εξαιρετικά καινοτόμες θεραπείες, συνεπώς η χώρα δεν έχει κανέναν λόγο να υπολείπεται δραματικά.

Δεν είναι ακατόρθωτο. Κάθε άλλο. Γιατί είναι κυρίως ζήτημα της «ψυχολογίας» της Πολιτείας, του τρόπου που διαχειρίζεται την επιθυμία της να «θεραπεύσει και να θεραπευτεί». Απελευθερώνοντας πόρους για ένα δικαιότερο δημόσιο σύστημα Υγείας, με ένα Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την Υγεία. Κάθε άλλη επιλογή ανακυκλώνει τα αδιέξοδα, παγιώνει τις παθογένειες, μπλοκάρει την ανάπτυξη και την καινοτομία και στο τέλος ξοδεύει αναίτια τον πολύτιμο χρόνο των Ελλήνων ασθενών αλλά και της Ελληνικής οικονομίας.

Αυτή είναι η «δραστική ουσία» και τα συστατικά της κατάλληλης «θεραπείας», για την υπέρβαση της κρίσης και την υπεράσπιση του αναφαίρετου δικαιώματος των Ελλήνων ασθενών στις αναγκαίες θεραπείες, μέσα από ένα βιώσιμο εθνικό σύστημα υγείας. Ο κλάδος του φαρμάκου είναι εδώ για να στηρίξει τόσο τις προσδοκίες όσο και την ελπίδα της ελληνικής κοινωνίας. Αναγκαία προϋπόθεση όμως είναι η «θεραπεία» να χορηγηθεί άμεσα.

 

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή