«Η άκρα δεξιά βρίσκεται προ των πυλών της Ευρώπης» σχολίασε ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Manuel Vals, μετά την εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής στη Γαλλία, η οποία αποδείχτηκε «περίπατος» για την Marin Le Pain.

Το Εθνικό Μέτωπο κέρδισε τις 6 από τις 13 περιφέρειες, έφτασε το ποσοστό του σε εθνικό επίπεδο στο σχεδόν 28% (28,22%), την ώρα που οι Ρεπουμπλικάνοι του Sarkozy ήταν δεύτεροι με 27,01% και οι Σοσιαλιστές του Holland έρχονταν τελευταίοι και... καταϊδρωμένοι με 23,36%. Κι όλα αυτά την ώρα που η αποχή έφτανε σχεδόν στο 50%.

«Αποστολή μας είναι να κάνουμε πραγματικότητα την εθνική ενότητα που έχει ανάγκη η χώρα» δήλωσε για την ιστορική αυτή νίκη των άκρων η Marin Le Pain, η γυναίκα που κατάφερε να εκδιώξει από το κόμμα τον άνθρωπο που το ίδρυσε, τον ίδιο της τον πατέρα Jean Mari Le Pain (με αφορμή τις δηλώσεις του στις οποίες είχε χαρακτηρίσει τους θαλάμους αερίων των ναζιστών «λεπτομέρειες» του Β’ παγκοσμίου πολέμου…).

Βάζοντας στο επίκεντρο της ρητορικής της, πολιτικές ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, το οποίο –και στη Γαλλία– έχει τραυματιστεί από την κρίση, κατεβαίνοντας στην βόρεια και παραδοσιακά αριστερή περιφέρεια του Πα-ντε-Καλαί, όπου εκτυλίσσεται τους τελευταίους μήνες το δράμα εκατοντάδων προσφύγων που προσπαθούν να περάσουν από τη σήραγγα στη Βρετανία συχνά με τραγική για τους ίδιους κατάληξη και έχοντας αντίπαλο τον Francois Hollande που απέτυχε να κερδίσει ένα από τα βασικά προεκλογικά στοιχήματα του, αυτό της ανεργίας, η Le Pain αιχμαλώτισε τις περισσότερες «απελπισμένες» ψήφους των τελευταίων 4 ετών.

Και φυσικά, πέραν του στόχου της εθνικής ενότητας, η σιδηρά, όπως αποδεικνύεται, κυρία της ακροδεξιάς εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη συγκυρία και το φόβο των Γάλλων μετά την τρομοκρατική επίθεση που στοίχησε 130 ανθρώπινες ζωές.

Το παράδειγμα της Γαλλίας δεν είναι το μοναδικό. Επιβεβαιώνοντας το πρωτοσέλιδο της Liberation πως «Κάτι άλλο απειλητικό πλησιάζει στην Ευρώπη» αξίζει το δείγμα να παρθεί από ολόκληρη την γηραιά ήπειρο.

  1. Στη Λετονία το ακροδεξιό κόμμα Εθνική Συμμαχία, στις βουλευτικές εκλογές του 2014 εξασφάλισε ποσοστό 16,13% ( 7,6% ήταν το 2010).
  2. Στη Νορβηγία το Κόμμα Προόδου της με ηγέτιδα την Siv Jensen, κατά κύριο λόγο δεξιό ελευθεριακό, με αρκετές συντηρητικές και εθνικιστικές παρατάξεις εντός του, έχασε 12 έδρες στις εκλογές του 2013 μόνο αφού στα σπλάχνα του φιλοξένησε τον δολοφόνο Anders Breivik.
  3. Το ακροδεξιό «Κόμμα του Λαού της Δανίας», κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και τις δικές του προσδοκίες  συγκεντρώνοντας ποσοστό 21,1%, έναντι 12,3% που πήρε πριν από τέσσερα χρόνια.
  4. Στη μακρινή Φινλανδία, η οικονομία της οποίας βρίσκεται σε ύφεση εδώ και τρία χρόνια, το εθνικιστικό, ξενοφοβικό κόμμα «Φινλανδοί» (πρώην  Αληθινοί Φινλανδοί) του Timo Soini εξασφάλισε στις εκλογές του Απριλίου του 2015, τη δεύτερη θέση, αφήνοντας τρίτο το Κόμμα Εθνικής Συμμαχίας του απερχόμενου πρωθυπουργού Alexander Stubb και άλλα παραδοσιακά κόμματα της χώρας.   
  5. Στις πρόσφατες εκλογές της Ουγγαρίας το ακροδεξιό Jobbik, αναδείχτηκε σε τρίτο κόμμα παίρνοντας το 21% των ψήφων, έχοντας κάνει το ντεμπούτο του μόλις το 2010.
  6. Μεγάλη άνοδο με διπλασιασμό του ποσοστού του κατέγραψε και το ακροδεξιό κόμμα νοσταλγών του 3ου Ράιχ, FPO, στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές που διεξήχθησαν πριν μερικούς μήνες στην Αυστρία.
  7. Θρίαμβος καταγράφηκε και για το ξενοφοβικό Λαϊκό Κόμμα της Ελβετίας (SVP) που αποδείχτηκε ο μεγάλος νικητής στην εκλογική αναμέτρηση του Οκτωβρίου του 2015.
  8. Όσο για το παράδειγμα της χώρας μας, η Χρυσή Αυγή κρατάει δυνάμεις παρά τις αποκαλύψεις στην υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης, κατακτώντας στις τελευταίες εκλογές την τρίτη θέση και 18 έδρες του ελληνικού κοινοβουλίου.

Ο χάρτης της ακροδεξιάς μοιάζει να απλώνει όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό. Τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη δεν κερδίζουν μόνο εκλογικό έδαφος, αλλά αναβαθμίζουν και τον ρόλο τους στα εθνικά κοινοβούλια και στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ, όχι σπάνια πλέον, συμμετέχουν ενεργά και σε κυβερνήσεις συνεργασίας.

Παρόλο που η σημερινή ακροδεξιά συνεχίζει να αντλεί την δύναμή της από τα μη προνομιούχα στρώματα, τα οποία, στην καλύτερη περίπτωση, βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να υποβαθμίζεται, παρουσιάζει και μια ειδοποιό διαφορά. Το 2015 έχει κατάτι εκμοντερνιστεί. Είναι όμως αυτή η βασική αιτί της δύναμής της;

Είτε πρόκειται για ευρωπαϊκά εθνικιστικά κόμματα (κάποια από τα οποία έχουν νεοναζιστικές ή νεοφασιστικές καταβολές), είτε για τις πιο αντιδραστικές πολιτικές ομάδες των ΗΠΑ, η Δύση έρχεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που είχε να εμφανιστεί από την δεκαετία του 1930. «Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της εμφάνισης ενός ακροδεξιού κόμματος και των οικονομικών διακυμάνσεων» παρατηρεί ο Cristian Norocel, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι.

«Οι δίδυμοι εφιάλτες του Ναζισμού και Φασισμού την δεκαετία του 1930, προήλθαν από την ευρωπαϊκή κοινωνική και οικονομική αναταραχή που ακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξή τους επιταχύνθηκε με τον οικονομικό μαρασμό και την αβεβαιότητα της Μεγάλης Ύφεσης. Η πλατιά διαδεδομένη μαζική οργή και σύγχυση, μαζί με τις αποτυχίες του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της περιόδου, διοχετεύθηκε ενάντια των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, οι οποίες μετατράπηκαν σε εξιλαστήρια θύματα».

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται σήμερα πως η προσκόλληση της Δύσης στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, κατά τις δεκαετίες της «οικονομικής μεταρρύθμισης», έχουν δημιουργήσει παρόμοιες οικονομικές δυσκολίες σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, τα οποία είναι έτοιμα να κατηγορήσουν κάποιον για τον πόνο τους. Και δεν έχουν άδικο.

«Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος της εχθρότητας, η οποία θα έπρεπε να αφορά τις επιχειρήσεις που περικόβουν θέσεις εργασίας ή φεύγουν από την χώρα, έχει την τάση να στρέφεται ευθέως ενάντια στα εργατικά συνδικάτα, τους μετανάστες και τα μέλη εθνικών μειονοτήτων» γράφει ο ψυχολόγος Daniel Burston, ακαδημαϊκός και συγγραφέας βιβλίων με θέμα την κοινωνική ψυχολογία της δεκαετίας του 1930, καθώς και Πρόεδρος του Τμήματος Ψυχολογίας του Duquesne University.

Και το πρόβλημα είναι πως συνήθως «μια μάζα που βράζει από οργή και έλλειψη εμπιστοσύνης, συνηθίζει να χρεώσει σε κάποιον τα βάσανά της, στοχοποιώντας κυρίως τους λάθος ανθρώπους» συνεχίζει. Παράλληλα βέβαια με τον διάχυτο θυμό παρατηρείται και έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και την κοινωνική δομή.

Επίσης η ακροδεξιά παρουσιάζει άνοδο σε δυσχερείς οικονομικές συνθήκες «επειδή προσφέρει απλοϊκές απαντήσεις σε υπερβολικά σύνθετα προβλήματα, και αναπτύσσει αποτελεσματικές ρητορικές στρατηγικές με τις οποίες κινητοποιεί τους πολίτες να ψηφίζουν κατά των δικών τους μακροπρόθεσμων συμφερόντων», προσθέτει.

Ακούγοντας κανείς αυτά σκέφτεται τις κατά καιρούς δηλώσεις και πρακτικές χωρών ενάντια στους μετανάστες που καταφθάνουν στην Ευρώπη, το Grexit, τη μίνι- συνθήκη Σένγκεν, και άλλες εντάσεις που απασχολούν όλο και συχνότερα τους ευρωπαίους πολίτες.

Η οικονομική κρίση, οι πολιτικές σκληρής λιτότητας και η έκρηξη της ανεργίας λειτουργούν ως την κατάλληλη ευκαιρία. Η Ακροδεξιά διεκδικεί χώρο από τα κόμματα όλου του πολιτικού φάσματος, και αντιμάχεται τις «υπαγόρευμενες από τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών καταστροφικές πολιτικές» προωθώντας έναν ιδιότυπο «κοινωνικό εθνικισμό» που ευαγγελίζεται τη στήριξη της εθνικής παραγωγής και απασχόλησης, το κοινωνικό κράτος και την ευημερία - αποκλειστικά βέβαια για τους γηγενείς πολίτες και φορολογούμενους.

Αναλογιζόμενοι εντέλει όλα αυτά, ίσως το Γαλλικό παράδειγμα και το σοκ που το ακολούθησε, να μην συνοψίζεται στα λόγια του κ. Vals που θέλουν «την άκρα δεξιά να βρίσκεται προ των πυλών της Ευρώπης». Μάλλον αποτυπώνονται ορθότερα από τον ιταλό ομόλογο του κ. Vals, Mateo Renzi, ο οποίος αναμετάδωσε το μήνυμα: «Η άνοδος της ακροδεξιάς δείχνει ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει».