Με λεκτικούς «τραμπουκισμούς» και έντονες διαφωνίες περί της πολιτικής θεωρίας και πρακτικής του Μαρξισμού, ψηφίστηκε προ ημερών, αργά ως είθισται, το πολυνομοσχέδιο με τα πρώτα προαπαιτούμενα - φυσικά με τη διαδικασία του κατεπείγοντος - μόνη πλέον μορφή νομοθέτησης που μας έχει απομείνει, δίπλα στις ΠΝΠ (Πράξεις νομθετικού Περιεχομένου).

Με τη λήξη της συνεδρίασης της ολομέλειας, το σίγουρο είναι ότι εξασφαλίσαμε μια κάποια ρευστότητα. Εκείνο που τεκμαίρεται βέβαια είναι σε ποιους ή μάλλον σε πόσους τομείς θα εφαρμοστεί η ρευστότητα αυτή. Έχουμε και λέμε:

Ρευστότητα number 1:

Από τη μια, η οικονομική ρευστότητα, με την εκταμίευση της δόσης των 10 και 2 δις ευρώ, η οποία θα ολοκληρώσει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ενισχύοντας την ελληνική οικονομία και δίνοντας μια ανάσα στα νοικοκυριά και την επιχειρηματικότητα. 

Ρευστότητα number 2:

Βέβαια με την «τριφασική λύση» για τα κόκκινα δάνεια που τελικά προκρίθηκε -και η οποία έφερε στην τρόικα/κουαρτέτο έναν μόλις συγκρατούμενο ενθουσιασμό- ενισχύεται και η κοινωνική «ρευστότητα», αφού ρευστά είναι πλέον τα κριτήρια για τους δανειολήπτες που θα προστατευθούν, ρευστό και το ποσοστό εκείνων που θα χάσουν το σπίτι τους, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στο νέο προφίλ του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όχι εκ πεποιθήσεως αλλά επί του πρακτέου.

Η κοινωνική ρευστότητα μάλιστα αναμένεται να εγκαθιδρύσει στη χώρα κι ένα νέο modus vivendi, υιοθετώντας μια πιο χίπικη εκδοχή της καθημερινότητας κι επαναφέροντας στο λεξιλόγιό μας την έννοια του κοινόβιου.

Ρευστότητα number 3:

Ταυτόχρονα βέβαια οι δυο προηγούμενες ρευστότητες και οι συνέπειές τους έφεραν και την τρίτη γνώριμη στον Έλληνα και δη τον τελευταίο χρόνο, πολιτική ρευστότητα.

Παρά τις τρεις διαδοχικές εκλογικές νίκες του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 κι όσο κι αν ο πρωθυπουργός προσθέτει διαπραγματευτικές νίκες στην πολιτική του ατζέντα, οι πρώτες απώλειες στην κυβερνητική πλειοψηφία αποτελούν την τρίτη κατά σειρά αποδυνάμωση του κυβερνώντος κόμματος μέσα στο ίδιο έτος .

Η χασούρα της «πρώτης φοράς Αριστερά» διαβαίνοντας το κατώφλι του τρίτου Μνημονίου για τη χώρα, την ώρα μάλιστα που διατρανώνεται πως οι κυβερνητικές αποφάσεις θα λαμβάνονται πλέον με «ταξικό πρόσημο» και με ένα «παράλληλο πρόγραμμα», είναι γεγονός.

Ποια θα είναι όμως η κατάληξη της πολιτικής ρευστότητας και της πορείας φθοράς που σηματοδοτεί και κατά πόσο ο έλλην μπορεί να τη διαχειριστεί για τέταρτη φορά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;

Παρατηρώντας κανείς τα συγκοινωνούντα δοχεία της ρευστότητας αντιλαμβάνεται πως οι κυβερνήσεις που διαχειρίζονται συμφωνίες, δανειστές και μνημονιακές υποχρεώσεις ακολουθούν μια παρόμοια μοίρα. Το πρόβλημα όμως είναι πως αν η διαχείριση  της κρίσης αποδεικνύεται  για μια φορά ακόμα αποσταθεροποιητικός παράγοντας για ένα κάποιο κόμμα που καλείται να την εφαρμόσει, τι μέλλει ακόμα να ρευστοποιηθεί στη χώρα τούτη;