Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε κατευθυντήριες οδηγίες για το συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών στην ΕΕ. Μεταξύ άλλων η ΕΕ προϊδεάζει για την παράταση της αναστολής των δημοσιονομικών κανόνων και στο 2022. Παράλληλα ζήτησε από τις χώρες να αποφύγουν μια πρόωρη δημοσιονομική προσαρμογή που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πορεία ανάκαμψης των οικονομιών τους. 

Το θετικό στοιχείο των οδηγιών είναι η δέσμευση της ΕΕ ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες θα παραμείνουν σε αναστολή μέχρι το ΑΕΠ των χωρών να επιστρέψει στο επίπεδο του 2019. Η απόφαση αυτή ενισχύει τη διαφάνεια και διευκολύνει τη χάραξη και το συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής στην ΕΕ. Οι χώρες δεν πρέπει να πάρουν το ρίσκο και να περιορίσουν απότομα τα ελλείμματα τους πριν φανεί ότι ο κίνδυνος της ύφεσης ή της στασιμότητας έχει εξαλειφθεί. Η ΕΕ από την πλευρά της θα αξιολογήσει πιο αυστηρά -σε σύγκριση με το 2020- το περιεχόμενο και την ποιότητα των δημοσιονομικών παρεμβάσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα είναι προσωρινού χαρακτήρα και σωστά σχεδιασμένα για να πετύχουν το μέγιστο δυνατό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για τις οικονομίες των χωρών.

Ενώ η στάση αυτή της ΕΕ βοηθά την επανεκκίνηση των οικονομιών των χωρών της παραμένει ανοικτό το ερώτημα -που γίνεται πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί αν συγκριθεί η ΕΕ με τις ΗΠΑ- αν η συνολική δημοσιονομική παρέμβαση στην ΕΕ είναι αρκετή για να συνεισφέρει στην επανεκκίνηση όλων των οικονομιών των χωρών. Η ΕΕ αναγνωρίζει ότι η επιστροφή του ΑΕΠ στο επίπεδο του 2019 δεν θα γίνει με την ίδια ταχύτητα για όλες τις χώρες. Έτσι, ενώ η Γερμανία αναμένεται να επιστρέψει κάποια στιγμή προς το τέλος του 2021, χώρες όπως η Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία που χτυπήθηκαν δυσανάλογα από την κρίση θα πρέπει να περιμένουν μέχρι το 2023 για να προσεγγίσουν το επίπεδο του 2019. Οι εκτιμήσεις αυτές της ΕΕ δεν συνυπολογίζουν την θετική επίδραση που εκτιμάται ότι θα έχουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης στις επιμέρους οικονομίες. Χώρες όπως η Ελλάδα αλλά και η Ιταλία θα έχουν ιδιαίτερο όφελος από την ορθή αξιοποίηση των πόρων αυτών καθώς αναμένεται να ενισχύσουν μεσοπρόθεσμα τη δυναμική και την ανθεκτικότητα των οικονομιών τους. Βραχυπρόθεσμα όμως η επανεκκίνηση των οικονομιών τους δεν θα εξαρτηθεί από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά από την εθνική δημοσιονομική πολιτική. 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η συνολική δημοσιονομική παρέμβαση στην ΕΕ το 2021 υπολείπεται της αναγκαίας που απαιτείται για να διασφαλιστεί η επανεκκίνηση των οικονομιών. Αυτό σε ένα βαθμό είναι το αποτέλεσμα του διαφορετικού δημοσιονομικού χώρου που έχουν στην διάθεσή τους οι χώρες. Η Γερμανία για παράδειγμα που έχει πολύ μεγάλα περιθώρια ακολούθησε το 2020 μια πιο ισχυρή παρέμβαση σε σχέση με αυτές της Ιταλίας, Ισπανίας και Ελλάδας. Στο ζήτημα λοιπόν των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης οι κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ είναι αμφίσημες. Ενώ ζητά από τις χώρες να αποφύγουν να υποκαταστήσουν τα εθνικά προγράμματα δημοσίων επενδύσεων με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης ζητά από χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα και η Ιταλία να χρησιμοποιήσουν τους πόρους διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής τους θέσης. Πρακτικά αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ως προτροπή να αντικαταστήσουν δημοσιονομικές παρεμβάσεις αναγκαίες για την επανεκκίνηση των οικονομιών τους με τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Είναι προφανές ότι μεσοπρόθεσμα η σωστή αξιοποίηση των πόρων θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα και τη δυναμική των οικονομιών τους και κατ’ επέκταση τη βιωσιμότητα της δημόσιων οικονομικών. Βραχυπρόθεσμα όμως ο ελληνικός και ο Ιταλικός προϋπολογισμός θα καθορίσουν την ταχύτητα επιστροφής του ΑΕΠ στο επίπεδο του 2019.

Ένα άλλο εξίσου καθοριστικό ζήτημα είναι οι πιθανές αρνητικές συνέπειες για την επανεκκίνηση των οικονομιών χωρών όπως η Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία από μια πρόωρη αναστροφή της δημοσιονομικής πολιτικής της Γερμανίας. Μια πρόωρη δημοσιονομική προσαρμογή  στις χώρες που θα ανακάμψουν ταχύτερα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά αυτές που καθυστερούν να ανακάμψουν. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να απαιτηθεί από τις δεύτερες μεγαλύτερη δημοσιονομική προσπάθεια και περισσότερος χρόνος από αυτόν που θα χρειαζόταν αν η δημοσιονομική πολιτική στην ΕΕ ήταν συντονισμένη και στο μέγεθος που απαιτούν οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν από την κρίση πανδημίας και την απόφαση για περιστολή της οικονομικής δραστηριότητας. 

Στις κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ οι χώρες με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο καλούνται να διατηρήσουν τις δημοσιονομικές τους παρεμβάσεις και να αποφύγουν μια πρόωρη αλλαγή πορείας. Ένα μεγάλο ερώτημα -την ώρα που στη Γερμανία έχει ξεκινήσει η συζήτηση για την επαναφορά του κανόνα για τον έλεγχο του χρέους- είναι κατά πόσο χώρες με δημοσιονομικό χώρο θα ακολουθήσουν την οδηγία αυτή. Είναι απίθανο -παραμονές εκλογών- το πολιτικό δυναμικό της Γερμανίας να υιοθετήσει αυτή την προτροπή της ΕΕ, πολύ περισσότερο που διαφαίνεται ότι Πράσινοι και Σοσιαλδημοκράτες αντιδρούν στην πρόωρη επαναφορά του Γερμανικού κανόνα χρέους που προωθεί προεκλογικά το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα. 

Οι κατευθυντήριες οδηγίες της ΕΕ συνιστούν αλλαγή στάσης -αν τις συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες της κρίσης του 2009 όταν απαιτούσε από τις χώρες με δημοσιονομικά ελλείμματα - εν μέσω ύφεσης-  να τα μειώσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ και βοηθούν τις χώρες να στηρίξουν τις οικονομίες τους. Οικονομίες όμως όπως η Ελληνική και η Ιταλική κινδυνεύουν να χάσουν χρόνο ως προς την ταχύτητα ανάκαμψης και να αποκλίνουν αντί να συγκλίνουν γιατί η ΕΕ στερείται τόσο ενός ομοσπονδιακού σταθεροποιητικού δημοσιονομικού εργαλείου -αλλά μέχρι την απόκτηση του- όσο και του αναγκαίου συντονισμού των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών που θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητά τους.