Μέσα στο περιβάλλον των μεγάλων μεταβολών που ζούμε, από την τεχνολογία, μέχρι την κλιματική αλλαγή, η ανθεκτικότητα και η προσαρμοστικότητα είναι από τα χαρακτηριστικά που μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνο τον καθένα από εμάς προσωπικά, αλλά και τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς, ακόμα και το ίδιο το κράτος και την εθνική οικονομία.

Αναπόφευκτα, ο ρόλος της εκπαίδευσης καθίσταται καίριας σημασίας γιατί και αυτή πρέπει να διατηρείται επίκαιρη, σύγχρονη και αποτελεσματική. Και αυτό γιατί ζούμε σε έναν κόσμο διαρκούς αλλαγής, με παραγωγικά συστήματα που μετασχηματίζονται δημιουργώντας νέα δεδομένα σχετικά με το πώς, πού, και από ποιους παράγονται τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, και άρα νέες μορφές απασχόλησης και οργάνωσης. Για παράδειγμα, όπως είδαμε και στο τελευταίο Special Report του ΣΕΒ (εδώ) ο ψηφιακός μετασχηματισμός, αλλά και η ανάγκη πράσινη μετάβασης, μεταβάλλει τον καταμερισμό των καθηκόντων μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, καταργεί θέσεις εργασίας και ειδικότητες και παράλληλα, δημιουργεί νέες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσα στη δεκαετία, 21 εκ. περίπου εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται σε φθίνοντα επαγγέλματα, θα χρειαστούν επανακατάρτιση προκειμένου να μεταπηδήσουν σε διαφορετική επαγγελματική κατηγορία. Επιπλέον, 94 εκ. εργαζόμενοι θα χρειαστούν αναβάθμιση δεξιοτήτων λόγω της αυτοματοποίησης του 20% των εργασιακών τους καθηκόντων. Οι ψηφιακές και οι λεγόμενες ήπιες δεξιότητες καθίστανται περιζήτητες, ενώ άλλες δεξιότητες με απαξίωση. Την ίδια στιγμή, άλλες ειδικότητες αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις. Για παράδειγμα η έλλειψη σε ειδικούς ΤΠΕ υπολογίζεται σε 500.000 άτομα μόνο για το 2020.

Τα μεγέθη τρομάζουν και αναδεικνύουν την ανάγκη να διασφαλίσουμε πως αυτές οι προσαρμογές μπορούν να επιτευχθούν. Και αυτό γιατί, αν δεν επιτευχθούν, ποιοι εργαζόμενοι θα υποστηρίξουν τη μετάβαση σε ένα σύγχρονο, διατηρήσιμο, ανταγωνιστικό και εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο; Και αν δεν υπάρχουν αυτοί οι εργαζόμενοι πως θα μπορέσουν οι επιχειρήσεις να παραμείνουν ζωντανές και να συνεχίσουν να δημιουργούν θέσεις εργασίας; Για αυτό άλλωστε, σύμφωνα με έρευνα του ΣΕΒ, το 84% των επιχειρήσεων που απάντησε, προκρίνει την επανακατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού ως το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των αλλαγών από την τεχνολογία και αύξησης της ανθεκτικότητας.

Εδώ είναι που μπαίνει η Επαγγελματική Εκπαίδευση καθώς συμβάλλοντας στην αναβάθμιση δεξιοτήτων και την επανακατάρτιση, βελτιώνει και την απασχολησιμότητα των συμμετεχόντων σε αυτή και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ακόμα και στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας όπως η επέκταση της τηλεργασίας και των ηλεκτρονικών εμπορικών συναλλαγών μπορεί να συμβάλει ενισχύοντας για παράδειγμα της ψηφιακές δεξιότητες. Όταν το 64% των επιχειρήσεων δηλώνει πως δεν διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με τις κατάλληλες δεξιότητες για τον πετυχημένο ψηφιακό μετασχηματισμό καθίσταται σαφές το μέγεθος του προβλήματος.

Στην Ελλάδα, το σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης δεν έχει καταφέρει να εκπληρώσει σε μεγάλο βαθμό αυτή του την αποστολή και σε αυτήν την προτεραιότητα καλείται να απαντήσει και το αναμενόμενο νομοσχέδιο για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση και τη ΣΕΚ. Είναι αναγκαίο να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο, ευέλικτο και αποτελεσματικό σύστημα μάθησης ενηλίκων που θα παρέχει ποιοτικές, και με ουσιαστικό αντίκρισμα, ευκαιρίες επανακατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων (Re-skilling και Upskilling). Μέχρι στιγμής, παρά τη μεγάλη ανάγκη, μελέτη του ΟΟΣΑ (2019) συγκαταλέγει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών εκείνων με ιδιαίτερα επείγουσα ανάγκη για επανακατάρτιση και αναβάθμιση δεξιοτήτων καθώς διαπιστώνεται δεν παρέχει ευκαιρίες κατάρτισης στο επιθυμητό επίπεδο ποσότητας, ποιότητας και πρόσβασης.

Η αντιστροφή αυτής της κατάστασης επιβάλει την υιοθέτηση μιας σειράς παρεμβάσεων πολιτικής σε πέντε άξονες: 1) ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων με σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων, (2) ενεργό ρόλο των επιχειρήσεων, παρακολούθηση των εξελίξεων και προσαρμογή στις ανάγκες τους, (3), υιοθέτηση διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων ποιότητας, (4) τεχνολογικά προηγμένες και καινοτόμες μέθοδοι, (5) άρση των εμποδίων που δυσχεραίνουν την κινητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού και την επανένταξη των ανέργων στην αγορά εργασίας.