Μεγάλη –και δικαιολογημένα- είναι η συζήτηση που έχει ανοίξει για το μέλλον της Aegean και την ανάγκη κρατικής στήριξης ή και διάσωσης. Οι πρωτοφανείς συνθήκες που έφερε η πανδημία, οι δηλώσεις του επικεφαλής της εταιρείας για ουσιαστικά μηδενισμό των εσόδων αλλά και η «βουτιά» της μετοχής στο ταμπλό του Χρηματιστηρίου έχουν ανοίξει για τα καλά την κουβέντα για την επόμενη ημέρα. Την ίδια στιγμή, αντίστοιχη συζήτηση έχει ξεκινήσει και στο εξωτερικό, με τη Lufthansa να ζητά ήδη κρατική βοήθεια και τους περισσότερους αερομεταφορείς να εξετάζουν αντίστοιχα μοντέλα διάσωσης.

Και πάμε στο κρίσιμο ερώτημα: Πρέπει να διασωθεί η Aegean; Και αν ναι, με ποιο τρόπο. Και πώς μπορεί και πρέπει να συμμετάσχει το κράτος στο εγχείρημα αυτό;

Η απάντηση, κατ’ εμέ δεν είναι καθόλου εύκολη. Ας δούμε λοιπόν και τα δύο ενδεχόμενα.

Για τους υπέρμαχους της διάσωσης, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι αερομεταφορές είναι ένας τομέας εθνικής σημασίας και η Aegean επιτελεί στην πράξη το ρόλο του εθνικού αερομεταφορέα. Είναι λοιπόν απαραίτητο να παραμείνει λειτουργική και σε ελληνικά χέρια. Σκεφτείτε για παράδειγμα τι θα συμβεί αν τις εσωτερικές, αλλά και εξωτερικές πτήσεις αρχίζει να τις πραγματοποιεί η Turkish Airlines!

Παράλληλα, απασχολεί χιλιάδες εξειδικευμένους εργαζομένους, που, αν η εταιρεία κλείσει πολύ δύσκολα θα βρουν δουλειά στην Ελλάδα και άρα θα καταλήξουν στο ταμείο ανεργίας. Άρα ούτως ή άλλως θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.

Και επιπλέον, η εταιρεία δεν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού από κακοδιοίκηση ή από κάποιο οικονομικό σκάνδαλο. Αντίθετα, λίγους μήνες πριν έδειχνε έτοιμη να «απογειωθεί», προετοιμάζοντας τεράστιο πακέτο επενδύσεων. Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει τον κορονοϊό, άρα δεν θα πρέπει να τιμωρηθεί για κάτι.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη όψη. Που υποστηρίζει ότι η Aegean είναι μια ιδιωτική, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο επιχείρηση, που στις καλές μέρες μοίραζε κέρδη και μερίσματα στους μετόχους της. Άρα, όπως κάθε άλλη επιχείρηση, θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής συγκυρίας. Και αν χρειαστεί κεφάλαια, να τα βρει από τις αγορές ή να εξαγοραστεί, χωρίς να επιβαρύνει το κράτος. Γιατί, αν σήμερα σώσουμε την Aegean, γιατί αύριο να μην το κάνουμε και για τα ξενοδοχεία ή άλλες πληττόμενες επιχειρήσεις, δημιουργώντας μια νέα γενιά προβληματικών επιχειρήσεων; Και γιατί τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη να πάνε στη στήριξη ενός επιχειρηματία και όχι σε ανθρώπους που πραγματικά το έχουν ανάγκη.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να υπάρξει μεν στήριξη, αλλά όχι και λευκή επιταγή. Οι αερομεταφορές είναι όντως ένας τομέας εθνικής σημασίας και η ύπαρξη μιας εγχώριας εταιρείας σε ηγετική θέση είναι επιβεβλημένη. Και με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, δεν υπάρχει άλλο εταιρικό σχήμα που θα μπορούσε να καλύψει το κενό. Με άλλα λόγια, η Aegean θα πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί.

Το μεγάλο ζήτημα είναι το πώς. Γιατί δεν θέλουμε να επαναληφθεί το παράδειγμα των τραπεζών, όπου μετά από τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις το κράτος έφτασε να έχει μειοψηφικό ποσοστό. Αντίθετα, αν μπουν χρήματα των φορολογουμένων, αυτά θα πρέπει όχι μόνο να επιστρέψουν, αλλά και να πολλαπλασιαστούν, παίρνοντας μερίδιο από την μελλοντική κερδοφορία της εταιρείας.

Αντίστοιχα, θεωρώ ότι το κράτος δεν πρέπει να γίνει επιχειρηματίας, αλλά πρέπει να εποπτεύει τις αποφάσεις της διοίκησης της εταιρείας. Όταν ζητάς λεφτά, πρέπει να δίνεις και λογαριασμό. Άρα ο αυστηρός κρατικός έλεγχος επί της ιδιωτικής διοίκησης θα πρέπει να είναι απαραίτητος.

Με λίγα λόγια, το σχήμα που προτείνω είναι αντίστοιχο με αυτό των COCO’s των τραπεζών. Μια μορφή δανεισμού δηλαδή που θα είναι μετατρέψιμη σε μετοχές, η οποία θα συνοδεύεται από συγκεκριμένο επιτόκιο και όρους αποπληρωμής σε συνδυασμό με αυστηρότατη εποπτεία της διοίκησης.

Ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι η όποια κρατική βοήθεια δεν είναι δωρεάν ούτε έρχεται ως «λευκή επιταγή» προς τον επιχειρηματία.

Προκειμένου, στο τέλος της ημέρας και ο σκοπός της διάσωσης να επιτευχθεί αλλά και οι φορολογούμενοι να μην είναι –για ακόμη μια φορά- οι χαμένοι της υπόθεσης.