Το 2020 θα το θυμόμαστε για πάρα πολλά πράγματα. Κυρίως όμως, θα το θυμόμαστε για τον (βίαιο) τρόπο με τον οποίο άλλαξε την αντίληψη των πραγμάτων τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επιχειρηματικό επίπεδο. Είναι βέβαιο πως για τα επόμενα (αρκετά) χρόνια η ανθρωπότητα θα τοποθετεί την φετινή χρονιά ως ορόσημο, ουσιαστικά οι συζητήσεις μας θα περιστρέφονται στην προ-COVID-19 και στην μετά-COVID-19 εποχή.

Οι συζητήσεις αυτές φυσικά, ίσως να είχαν και κάποια στοιχεία νοσταλγίας ή χιούμορ, αν η σκληρή πραγματικότητα των χιλιάδων απωλειών και της ριζικής αναθεώρησης της καθημερινότητάς μας δεν μας προσγείωνε τόσο επώδυνα.

Αφήνοντας στην άκρη την μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλεται σε εθνικό επίπεδο μέσω των κυβερνήσεων, θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στο πεδίο των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, αφού τα ζητήματα που έχει εισαγάγει η πανδημία έχουν προκαλέσει ένα τσουνάμι αρνητικών εξελίξεων με αβέβαιη πρόβλεψη ως προς την έκβασή τους. Στο σημείο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντική η οριοθέτηση του πλαισίου αναφοράς του προβλήματος για όλους μας. Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και είναι απολύτως λανθασμένη η αναζήτηση ευθυνών εκατέρωθεν. Με άλλα λόγια, δεν ευθύνονται ούτε ο δανεισμός των επιχειρήσεων, ούτε η παραγωγικότητα των εργαζομένων. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως η παγκόσμια κοινότητα του risk management ένιωσε σαν κάποιος να τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια. Επρόκειτο για ένα γεγονός το οποίο απλά δεν είχε συμπεριληφθεί στην πλειοψηφία των επιχειρηματικών risk assessments και ως γνωστόν το συμβάν που δεν έχει προβλεφθεί οδηγεί απευθείας σε διαχείριση κρίσης.

Η πανδημία έχει διαμορφώσει εξίσου και την ατζέντα των θεμάτων που έχουν να κάνουν με την Υγεία & Ασφάλεια της Εργασίας (ΥΑΕ). Πλέον οι αναφορές στην ΥΑΕ θα πρέπει να γίνουν πολύ πιο ουσιαστικές και να εστιάζουν με σαφήνεια σε θέματα «ταμπού» όπως οι ασθένειες (επαγγελματικές και μη), αλλά και οι ψυχολογικοί παράγοντες κατά την εργασία. Κατά συνέπεια, οι Μελέτες Εκτίμησης του Επαγγελματικού Κινδύνου επιβάλλεται να στοχεύουν στην ουσία των θεμάτων ΥΑΕ και να μην συμπληρώνονται απλά και ανούσια για την κάλυψη της νομοθετικής απαίτησης. Αυτό, φυσικά, προϋποθέτει την στήριξη και την καθοδήγηση από τις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Οι ηγεσίες των εταιριών καλούνται να ενεργήσουν όλες πολύ γρήγορα, αφού δεν θα υπάρχει καιρός για χάσιμο με την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόνοια για την προστασία των εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Η εμπειρία της απομακρυσμένης εργασίας μας δίδαξε πολλά όμως δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια οι διοικήσεις πρέπει να αποφασίσουν εάν θα προχωρήσουν ίσως και σε ρηξικέλευθες τεχνικές ή/και οργανωτικές αλλαγές του τρόπου εργασίας για την προστασία των εν λόγω εργαζομένων.

Μία επιπλέον παράμετρος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη έχει να κάνει με την πολύ προσεκτική διαχείριση της «οικονομικής αγωνίας» των επιχειρήσεων, η οποία είναι φυσικά απολύτως δικαιολογημένη. Οι διοικήσεις πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές στο πως μεταβιβάζουν την σχετική πληροφόρηση προς τους εργαζομένους τους. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις για την ΥΑΕ εστιάζουν εντατικά σε θέματα ψυχικής υγείας του εργατικού δυναμικού. Η νέα πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί επιβάλει, δυστυχώς ή ευτυχώς, τις αναγκαίες υπερβάσεις από την πλευρά των επιχειρήσεων, αφού είναι δεδομένο πως ο ασφαλής και θωρακισμένος εργαζόμενος είναι και ο πλέον παραγωγικός εργαζόμενος.

Κλείνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στις ευκαιρίες που γεννά η νέα πραγματικότητα. Η συσπείρωση όλων γύρω από τη βιώσιμη επιχείρηση θα είναι ίσως το θετικότερο στίγμα που ενδεχομένως να αφήσει πίσω της η πανδημία. Το απρόβλεπτο όπως έχει έως τώρα διαμορφωθεί θα πρέπει να αποτελεί τον οδηγό για τις μελλοντικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Οι βιώσιμες επιχειρήσεις οι οποίες χτίζουν σχέσεις κατανόησης και εμπιστοσύνης με τους εργαζομένους τους θα είναι και πάλι αυτές που θα έχουν τις περισσότερες ελπίδες όχι μόνο για επιβίωση, αλλά και για δυναμική ανάπτυξη όταν η κανονικότητα επιστρέψει.