Την Τρίτη η Ελλάδα επέστρεψε στις αγορές, αντλώντας 1,5 δισ. ευρώ, με ιστορικό χαμηλό επιτόκιο 1,5%, μέσω του reopening του δεκαετούς ομολόγου του περασμένου Μαρτίου.

Το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα της επανέκδοσης του δεκαετούς ομολόγου ήταν όμως άλλο: Ότι περισσότεροι από οκτώ στους δέκα επενδυτές που έδωσαν το «παρών» ήταν θεσμικοί και όχι hedge funds, που στοχεύουν στο γρήγορο χρήμα. Το reopening του ομολόγου πέτυχε, λοιπόν, το σκοπό του, αφού αποδείχθηκε μια ποιοτική κίνηση. Άλλωστε ο Χρήστος Σταϊκούρας στόχευε, μέσω της επανέκδοσης του δεκαετούς, σε μια «καλή» έκδοση και όχι σε μια μεγάλη έκδοση.

Τα νέα την Τετάρτη έγιναν ακόμη πιο ευχάριστα, όταν το ελληνικό δημόσιο κατόρθωσε για πρώτη φορά στην ιστορία του να δανειστεί με αρνητικά επιτόκια, εκδίδοντας τρίμηνα έντοκα γραμμάτια. Σαν άλλη Γερμανία, την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας (και παρά τους κινδύνους που τώρα αντιμετωπίζει), η Ελλάδα κατόρθωσε να την… πληρώσουν και όχι να πληρώσει για να δανειστεί. Η αξία της εν λόγω έκδοσης είναι κάτι περισσότερο από συμβολική και σίγουρα όχι αμελητέα.

Και μην ξεχνάμε ότι η διπλή επιτυχημένη παρουσία της Ελλάδας στις αγορές ήρθε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία, όπου ένα ιδιότυπο μείγμα γεωπολιτικών, πολιτικών και οικονομικών προκλήσεων, απειλεί την παγκόσμια οικονομία. Ποιος θα το πίστευε ότι η Ελλάδα θα δανειζόταν με αρνητικά επιτόκια, λίγες ώρες πριν την τουρκική εισβολή στα εδάφη της Βόρειας Συρίας; Ή τον ίδιο ακριβώς μήνα που προγραμματίζεται (εκτός απροόπτου) το Brexit;

«Βγαίνουμε από την κρίση», δήλωσε λίγο μετά την έκβαση της δημοπρασίας των τρίμηνων εντόκων ο Άδωνις Γεωργιάδης. «Αν η διεθνής οικονομία μπει σε υφεσιακό κύκλο, αυτό μπορεί να αποδειχθεί ευκαιρία για την ελληνική οικονομία λόγω της μείωσης των επιτοκίων», είχε δηλώσει ο ίδιος λίγες ώρες νωρίτερα.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα καλά μαντάτα από την αγορά ομολόγων, αλλά σίγουρα οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι δεν αρκεί ένα αρνητικό επιτόκιο για να… φέρει την άνοιξη. Η Ελλάδα έχει πολλή δουλειά να κάνει στο μέτωπο ανάταξης της οικονομίας της. Με αργά, σταθερά και προσεκτικά βήματα, θα πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια. Μπορεί μια έκδοση με αρνητικά επιτόκια να σημαίνει ότι οι επενδυτές επιστρέφουν στην Ελλάδα, αλλά για να… μείνουν, θα χρειαστεί να δουν πως η προσπάθεια δεν σταματά. Η Ελλάδα χρειάζεται πολλές εκδόσεις με αρνητικά επιτόκια και αυτό σημαίνει ότι δεν είναι καιροί ούτε για πανηγυρισμούς, ούτε για εφησυχασμό.  

«Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα» κατέστησε σαφές την περασμένη εβδομάδα ο Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποιώντας πως σε όρους ανταγωνιστικότητας η καθαρή θέση της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε κατά 67,4 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2016. Για να ενισχυθεί και να επιστρέψει σε προ κρίσης επίπεδα σε ορίζοντα δεκαετίας, χρειάζεται αύξηση κατά 5% περίπου ετησίως.

Τα «καμπανάκια» του Γιάννη Στουρνάρα δεν πρέπει να πέσουν στο κενό, καθώς για να θεωρηθεί μια οικονομία υγιής, θα πρέπει να είναι και ανταγωνιστική. Και η κρίση έπληξε σφόδρα την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Για να προσελκύσει, λοιπόν, η Ελλάδα περισσότερες ξένες επενδύσεις, θα πρέπει να επιταχύνει τις δομικές μεταρρυθμίσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις. Και είναι στο χέρι της να το κάνει καλά και άμεσα…