«Ουκ εν τω πολλώ το ευ» έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και τη φράση αυτή ταιριάζει γάντι στη σημερινή κατάσταση του ελληνικού τουρισμού.

Σίγουρα, τα ρεκόρ αφίξεων τα τελευταία χρόνια ήταν το «οξυγόνο» που βοήθησε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού να αντέξει την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών. Όταν οι υπόλοιποι τομείς της οικονομία παρέπαιαν, τα εκατομμύρια των τουριστών έφεραν ζεστό χρήμα σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν, και μαζί τους πρέπει να αλλάξουμε και εμείς. Οι παραδοσιακοί ανταγωνιστές μας στην ανατολική μεσόγειο (Τουρκία, Αίγυπτος κλπ) ανακάμπτουν και η μεγάλη πτώση της λίρας στρέφει τους Βρετανούς προς τα εκεί. Ταυτόχρονα οι φόβοι για ύφεση στην Ευρωζώνη κάνουν τους κεντροευρωπαίους πιο διστακτικούς. Με αποτέλεσμα, με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία, φέτος να έχουμε μεν μεγάλο αριθμό αφίξεων, αλλά σαφώς λιγότερα χρήματα ανά τουρίστα. Στο τέλος της ημέρας δηλαδή, ο λογαριασμός είναι αρνητικός.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν περιοχές της χώρας όπου ο υπερτουρισμός έχει «χτυπήσει κόκκινο». Μια επίσκεψη στη Σαντορίνη αρκεί για να καταλάβετε τι εννοώ. Και το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ότι μιλάμε για επισκέπτες από κρουαζιερόπλοια, οι οποίοι επιβαρύνουν τις ήδη προβληματικές υποδομές, δεν αφήνουν όμως (αρκετά) χρήματα κατά την επίσκεψή τους, ενώ αποτρέπουν όσους θα ήθελαν να μείνουν για μέρες στο νησί.

Το ζήτημα λοιπόν για τον ελληνικό τουρισμό δεν είναι πλέον ποσοτικό αλλά ποιοτικό. Σε πολλές περιοχές έχουμε φτάσει στα όρια αντοχής των υποδομών, όμως χρόνο με το χρόνο τα έσοδα μειώνονται. Και με αυτό το ρυθμό, οι μεγάλες επενδύσεις που έχουν γίνει σε ξενοδοχεία τα τελευταία χρόνια –ειδικά στην Αθήνα- δεν βγαίνουν.

Υπάρχουν λοιπό δύο δρόμοι. Ο πρώτος είναι να προελκύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους τουρίστες, μπαίνοντας στη λογική «λίγα από πολλούς». Αυτό δηλαδή που σε μεγάλο βαθμό κάναμε τα τελευταία χρόνια. Έτσι όμως θα πρέπει να ανταγωνιστούμε γειτονικές χώρες που de facto –και λόγω νομίσματος- είναι πιο φθηνές από εμάς. Άρα μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο πολέμου τιμών, που στο τέλος της ημέρας θα μας κάνει «γκαρσόνια των Βαλκανίων», όπως πολύ σωστά σχολίασε ένας φίλος μου.

Ο δεύτερος δρόμος, που για μένα είναι ο σωστός είναι η λογική «πολλά από λίγους». Δεν καταλαβαίνω γιατί η επίσκεψη με τα κρουαζιερόπλοια στη Σαντορίνη να μην κοστίζει 100 ευρώ, τα οποία θα διατίθενται στη βελτίωση των υποδομών του νησιού. Και δεν μπορώ να δεχθώ ότι όποιος κάνει το γύρο της Μεσογείου σε ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο δεν έχει τη δυνατότητα να δώσει τα χρήματα αυτά.

Αντίστοιχα, ζητούμενο και στις υπόλοιπες τουριστικές περιοχές πρέπει να είναι η προσέλκυση τουριστών με υψηλότερα βαλάντια, που δεν καταλαβαίνουν από οικονομική κρίση. Ας είναι και λιγότεροι, αφού στο τέλος της ημέρας το οικονομικό τους αποτύπωμα θα είναι μεγαλύτερο. Έτσι θα φτιαχτούν καλύτερα ξενοδοχεία, θα προσλαμβάνεται εξειδικευμένο και καλοπληρωμένο προσωπικό και θα μένουν περισσότερα χρήματα στις τοπικές κοινωνίες.

Βέβαια, προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η βελτίωση των υποδομών αλλά και ένα rebranding του εγχώριου τουριστικού προϊόντος, ώστε η Ελλάδα να γίνει προορισμός πολυτελείας, μια και έχει όλα τα φόντα για να το καταφέρει.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να «αλλάξει πίστα», να αυξήσει τα έσοδα και να μετατρέψει τον τουρισμό στη «βαριά βιομηχανία» που πραγματικά δικαιούται η  χώρα μας.