Παρά το γεγονός ότι η Βουλή στις 16 Ιουνίου 2017 ψήφισε ομόφωνα Νόμο που προβλέπει την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ), διαπιστώνεται ότι ακόμη δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες συμφωνίες με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ούτως ώστε να αρχίσει απρόσκοπτα η υλοποίησή του. Το παράδοξο είναι ότι ενώ υπήρξε ομοφωνία στη Βουλή εμφανίζονται τώρα όχι μόνο οι διαφωνίες αλλά και τα ζητήματα τα οποία έπρεπε να συζητηθούν εξαντλητικά κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων που προηγήθηκαν και όχι παραμονές εφαρμογής του Συστήματος Υγείας. Δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται ένα τέτοιο φαινόμενο, γεγονός που αποτελεί σημάδι προχειρότητας και επιπολαιότητας. 

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή της πλειοψηφίας των κοινωνικών και επαγγελματικών εταίρων είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιτυχία του τεράστιου αυτού εγχειρήματος. Ενώ όλοι συμφωνούν επί της αρχής ότι επιβάλλεται η εφαρμογή ενός συστήματος υγείας, υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις και ενστάσεις, ιδιαίτερα από τον ιατρικό κόσμο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα καθώς και από ιδιωτικά νοσοκομεία. 

Πέραν τούτων δεν μπορεί να αγνοηθεί η οικονομική διάσταση του όλου Σχεδίου. Η αύξηση των εισφορών για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθώς και η επιβολή νέας φορολογίας για το ΓεΣΥ εξ ορισμού αυξάνουν το κόστος εργασίας. Συγκεκριμένα στην περίπτωση του ΓεΣΥ από την 1η Μαρτίου 2019 (Α’ ΦΑΣΗ) οι μισθωτοί θα καταβάλλουν 1,70%, οι εργοδότες 1,85% οι αυτοεργοδοτούμενοι 2,55% και το κράτος 1.65%. Από την 1η Μαρτίου 2020 (Β’ ΦΑΣΗ) οι αντίστοιχες φορολογίες θα αυξηθούν στο 2,65% για τους μισθωτούς, 2,90% για τους εργοδότες, 4% για τους αυτοεργοδοτούμενους και 4,70% για το κράτος.

Ενώ θα επιβληθούν οι συγκεκριμένες φορολογίες με αρνητικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και τους πραγματικούς διαθέσιμους μισθούς, δεν είναι σίγουρο ότι θα προκύψει η ανάλογη αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας. Μεταξύ άλλων, έχει κατατεθεί η άποψη ότι αρκετά από τα προβλήματα που υφίστανται στα δημόσια νοσοκομεία θα μεταφερθούν και στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια. Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι τα κρατικά νοσηλευτήρια ακόμη δεν είναι σε θέση να προσαρμοστούν με τη νέα κατάσταση πραγμάτων και ότι κινδυνεύουν με κατάρρευση εάν δεν προετοιμασθούν κατάλληλα για την αυτονόμησή τους. 

Επιπλέον, οι συντεχνίες των δημοσίων υπαλλήλων αντιδρούν ως προς τη φορολόγησή τους με το 1,7%, με το επιχείρημα ότι ήδη πληρώνουν το 1,5% για να έχουν δωρεάν περίθαλψη στα κρατικά νοσοκομεία. Από την άλλη ένα μέρος των εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα υποστηρίζει ότι η επιλογή Σχεδίου Υγείας πρέπει να είναι σε εθελοντική βάση. Με βάση αυτή την προσέγγιση, εάν ένα νοικοκυριό αποφασίσει να επιλέξει την ιδιωτική ασφάλιση δεν θα πρέπει να του επιβάλλεται και η συμμετοχή στο ΓεΣΥ.

Εν ολίγοις το όλο ζήτημα δεν περιορίζεται στο θέμα των αμοιβών των γιατρών. Είναι καλύτερα για την Κύπρο να έχει ένα υπερσυγκεντρωτικό εθνικό σύστημα υγείας ή ένα άλλο σύστημα με πολλαπλούς πυλώνες; Και ποιες θα είναι οι προεκτάσεις για την ποιότητα και για το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών; Επιπρόσθετα, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον οι πολίτες όπως και οι γιατροί πρέπει να έχουν επιλογές. Δυστυχώς στην περίπτωση του ΓεΣΥ δεν προηγήθηκε ο ανάλογος προβληματισμός. Το μέγα ζήτημα είναι κατά πόσον οι ανάγκες της χώρας, της κοινωνίας και του κάθε πολίτη μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα μέσα από ένα πολυασφαλιστικό ή μονοασφαλιστικό σύστημα.

Η κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Η διεθνής πρακτική υποδεικνύει ότι σε χώρες που επέλεξαν να στηριχθούν αποκλειστικά είτε σε κρατικά είτε σε ιδιωτικά σχέδια υγείας τα αποτελέσματα δεν ήταν τα καλύτερα. Η καλύτερη δυνατή προσέγγιση και για την Κύπρο θα ήταν η προώθηση ενός Σχεδίου που θα στηριζόταν στη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Όχι με όρους επιβολής αλλά στη βάση μιας ορθολογιστικής οικονομικής προσέγγισης και με σεβασμό της ισοτιμίας όλων των πολιτών. Έστω και την ύστατη. Και με την απαραίτητη ενίσχυση των κρατικών νοσοκομείων και άλλων νοσηλευτηρίων για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.