Η Γαλλία είναι η μόνη χώρα της Ευρωζώνης που βρίσκεται σε τόσο μη βιώσιμη δημοσιονομική πορεία όσο οι ΗΠΑ, σχολιάζει σε ανάλυσή της η Berenberg. Όπως επισημαίνει, η γαλλική ανάπτυξη έχει χάσει τη δυναμική της, οι μεταρρυθμίσεις έχουν ουσιαστικά σταματήσει, το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται και η πολιτική αβεβαιότητα εντείνεται όσο πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2027.
Οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να τιμολογούν τον αυξημένο κίνδυνο. Το spread του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έναντι του γερμανικού Bund έχει διευρυνθεί στα υψηλότερα επίπεδα από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2012. Την ίδια ώρα, το ενδεχόμενο η Μαρίν Λεπέν να κερδίσει τις επόμενες προεδρικές εκλογές δημιουργεί ένα πρόσθετο ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή μια νέα γαλλική κυβέρνηση θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις χωρίς να προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη αντίδραση στην αγορά ομολόγων.
Δημοσιονομική επιδείνωση
Η σημερινή εικόνα της γαλλικής οικονομίας απέχει σημαντικά από εκείνη των πρώτων ετών της προεδρίας Μακρόν. Η δημοσιονομική κατάσταση έχει επιδεινωθεί, με το έλλειμμα περίπου στο 5,3% του ΑΕΠ και με το δημόσιο χρέος να αναμένεται φέτος στο 119% του ΑΕΠ, από 98,1% το 2016. Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, αντίθετα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται πλέον χαμηλότερα από το 2016.

Οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής σκοντάφτουν στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό. Το περασμένο φθινόπωρο, η κυβέρνηση μειοψηφίας του Σεμπαστιάν Λεκορνί αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις προς την Αριστερά για να περάσει τον προϋπολογισμό του 2026, μεταξύ των οποίων το πάγωμα της εμβληματικής συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του Μακρόν.
Οι οικονομολόγοι της Berenberg θεωρούν ότι είναι λίγες οι πιθανότητες να εγκρίνει το βαθιά διχασμένο γαλλικό κοινοβούλιο έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό για το 2027.
Η Λεπέν στο Ελιζέ;
Η Berenberg θεωρεί σχεδόν βέβαιο, με βάση τις δημοσκοπήσεις που επικαλείται, ότι η Μαρίν Λεπέν θα περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Εκτιμά μάλιστα στο 45% την πιθανότητα να κερδίσει τελικά την προεδρία.
Το βασικό σενάριο της τράπεζας θέλει έναν από τους δύο πιθανούς υποψηφίους της κεντροδεξιάς, τους πρώην πρωθυπουργούς Εντουάρ Φιλίπ και Γκαμπριέλ Ατάλ, να αποσύρεται λίγο πριν από τον πρώτο γύρο της 18ης Απριλίου, εφόσον υπολείπεται σημαντικά στις δημοσκοπήσεις. Στόχος θα ήταν να συγκεντρωθούν οι κεντροδεξιές ψήφοι στον ισχυρότερο υποψήφιο και να αποτραπεί ένας δεύτερος γύρος μεταξύ Λεπέν και Ζαν-Λικ Μελανσόν. Ο δεύτερος γύρος είναι προγραμματισμένος για τις 2 Μαΐου 2027.
Ακόμη και ο νικητής των προεδρικών εκλογών, πάντως, μπορεί να δυσκολευτεί να εξασφαλίσει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές που θα ακολουθήσουν. Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Το «σενάριο Μελόνι»
Η Λεπέν δεν υποστηρίζει πλέον την έξοδο της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Στο οικονομικό της πρόγραμμα παραμένουν, ωστόσο, μέτρα που η Berenberg χαρακτηρίζει ως «μη χρηματοδοτήσιμα», μεταξύ των οποίων η μείωση του ορίου συνταξιοδότησης στα 62 χρόνια.
Σε περίπτωση εκλογής της, η Berenberg βλέπει δύο ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι η εγκατάλειψη μέρους των προεκλογικών δεσμεύσεων και η στροφή προς μια πιο συμβατική οικονομική πολιτική, που θα περιλαμβάνει δημοσιονομική συγκράτηση. Η Berenberg το αποκαλεί «σενάριο Μαρίν Μελόνι», παραπέμποντας στην πορεία που ακολούθησε η Τζόρτζια Μελόνι μετά την ανάληψη της εξουσίας στην Ιταλία.
Ο δεύτερος δρόμος θα ήταν να προσπαθήσει πράγματι η Λεπέν να εφαρμόσει τις ακριβότερες προεκλογικές υποσχέσεις της, κάτι που θα την έφερνε αμέσως αντιμέτωπη με την αγορά ομολόγων.
Οι επενδυτές, όπως εξηγεί η Berenberg, δεν θα ήταν διατεθειμένοι να χρηματοδοτούν μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και παραπέμπει στην περίπτωση της Βρετανίας και της Λιζ Τρας, η οποία το 2022 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το οικονομικό της πρόγραμμα έπειτα από τη βίαιη αντίδραση των αγορών.
Η ΕΚΤ δεν αποτελεί δίχτυ ασφαλείας
Μια μεγάλη αναταραχή στα γαλλικά ομόλογα θα έφερνε αναπόφευκτα στο προσκήνιο την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Berenberg ωστόσο δεν θεωρεί δεδομένο ότι η ΕΚΤ θα έσπευδε να προστατεύσει τη Γαλλία από τις πιέσεις των αγορών, ενώ υπενθυμίζει ότι οι διασώσεις στην Ευρωζώνη συνοδεύονται από όρους.
Η ΕΚΤ θα επιχειρούσε, κατά την εκτίμησή της Berenberg, να σταματήσει μια ενδεχόμενη γαλλική κρίση μόνο εφόσον το Παρίσι είχε δεσμευτεί αξιόπιστα σε μια πιο βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική. Επομένως, όποιος κερδίσει τις εκλογές του 2027 θα κληρονομήσει πολύ μικρότερα περιθώρια οικονομικής πολιτικής από αυτά που οι σημερινές προεκλογικές υποσχέσεις.



