Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό συστατικό του επενδυτικού story των ελληνικών τραπεζών, σχολιάζει σε ανάλυσή της η Jefferies.
«Η Ελλάδα έχει περάσει σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, ιδιαίτερα όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά. Ήταν μία από μόλις πέντε χώρες στην Ευρώπη που κατέγραψαν δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025 και αναμένεται να διατηρήσει αυτή την τάση τα επόμενα χρόνια» αναφέρουν χαρακτηριστικά οι αναλυτές της Jefferies, προσθέτοντας ότι η πιστωτική επέκταση παραμένει επίσης ισχυρή και σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τα επιχειρηματικά δάνεια να αποτελούν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης.
Όπως επισημαίνεται, οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται σε ένα από τα πιο ελκυστικά μακροοικονομικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη, το οποίο έχει αποδειχθεί ανθεκτικό παρά τις αβεβαιότητες της περιόδου. Με αυτά τα δεδομένα, και καθώς οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με περίπου 15% discount έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, η Jefferies διατηρεί τη σύσταση buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Ιστορικό ορόσημο
Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, κύριοι μοχλοί ανάπτυξης αναμένεται να είναι οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση. Βασικός στόχος είναι η μακροπρόθεσμη σύγκλιση με την Ευρώπη, μέσω της κάλυψης του επενδυτικού κενού, χωρίς να επαναληφθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος.
Όπως σχολιάζει η Jefferies, η προηγούμενη εβδομάδα σηματοδότησε ένα ιστορικό ορόσημο για τη χώρα, 16 χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, αφαιρώντας τη χώρα από τη σχετική κατηγορία παρακολούθησης για πρώτη φορά από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους.
«Η σημασία της εξέλιξης είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς ενώ η Ελλάδα εξέρχεται από το συγκεκριμένο καθεστώς παρακολούθησης, δέκα κράτη-μέλη της ΕΕ βρίσκονται σήμερα σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και υπό ενισχυμένη εποπτεία της Επιτροπής» επισημαίνουν οι αναλυτές της Jefferies.
Δημόσιο χρέος
Παρότι το επίπεδο του ελληνικού δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό (146% του ΑΕΠ έναντι 89% στην ΕΕ), η τάση αποκλιμάκωσης είναι εντυπωσιακή, αναφέρει ο οίκος. Εξηγώντας ότι από το 2016 έως σήμερα ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά περίπου 40%, ενώ η μείωση ξεπερνά το 60% σε σχέση με το υψηλό του 2020, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις στην Ευρώπη.
Με δεδομένους τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και τη δημοσιονομική πειθαρχία, η τάση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί. Η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει φέτος την Ιταλία ως προς το επίπεδο χρέους προς ΑΕΠ και τη Γαλλία έως το 2029. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ο δείκτης του ελληνικού χρέους ως προς το ΑΕΠ θα υποχωρήσει κάτω από το 100% έως το 2035 και κάτω από το 60% έως το 2054.
Πιστωτική επέκταση και Ταμείο Ανάκαμψης
Τον Απρίλιο, η συνολική πιστωτική επέκταση του τραπεζικού συστήματος παρέμεινε ισχυρή, στο 8%, με τα επιχειρηματικά δάνεια να αυξάνονται κατά 11%, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Jefferies εκτιμά ότι η πιστωτική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στον επιχειρηματικό τομέα, θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης μεσοπρόθεσμα.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι, αν και έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια, το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου (17% έναντι 21%), γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης.
Στο μεταξύ, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους ωφελημένους από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, στα οποία οι τράπεζες λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χρηματοδότες των επενδυτικών σχεδίων. Παρότι η περίοδος υλοποίησης των έργων ολοκληρώνεται το 2026 και η 29η Μαΐου αποτέλεσε την προθεσμία για νέες συμβάσεις, το επίπεδο των επενδύσεων το 2027 αναμένεται να παραμείνει αντίστοιχο με εκείνο του 2026 χάρη στις συνεχιζόμενες εκταμιεύσεις των δανείων του Ταμείου.
Οι τράπεζες θα συνεχίσουν να καταβάλλουν ποσά προς τους τελικούς δικαιούχους και μετά το 2026. Από τα 18 δισ. ευρώ που δικαιούται συνολικά η Ελλάδα μέσω του προγράμματος, έχουν εκταμιευθεί μέχρι σήμερα μόλις 5,8 δισ. ευρώ προς τους τελικούς δικαιούχους, γεγονός που έχει οδηγήσει σε συγχρηματοδότηση έργων ύψους 3,9 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες.



