Στην τελική φάση μπαίνει το σχέδιο των τραπεζών για την εξυγίανση του κλάδου των ιχθυοκαλλιεργειών. Μετά την ολοκλήρωση του deal εξαγοράς της Δίας Ιχθυοκαλλιέργειες από τη Σελόντα (δόθηκε την Τρίτη το πράσινο φως από την Επιτροπή Ανταγωνισμού), το νέο σχήμα μπαίνει σε διαδικασία πώλησης. 

Πληροφορίες αναφέρουν ότι οι πιστώτριες τράπεζες ξεκινούν άμεσα τις διαδικασίες πώλησης της Σελόντα, ενώ ήδη σε εξέλιξη βρίσκεται η επιλογή συμβούλου ο οποίος θα αναλάβει τον οικονομικότεχνικό έλεγχο της εισηγμένης. 

Η διαδικασία πώλησης της Σελόντα έρχεται σχεδόν ένα χρόνο μετά την έναρξη των διαδικασιών αναδιάρθρωσης των χρεών του ομίλου, αναδιάρθρωση η οποία σύμφωνα με τα έως τώρα αποτελέσματα κρίνεται επιτυχής, δεδομένης της αύξησης πωλήσεων, της επιστροφής στην κερδοφορία και της ύπαρξης πλέον θετικών ιδίων κεφαλαίων. 

Να σημειωθεί ότι ήδη οι τράπεζες έχουν αποκτήσει τον έλεγχο του μάνατζμεντ τόσο της Σελόντα (από τον περασμένο Σεπτέμβριο όταν απέκτησαν το 82% διαγράφοντας δάνεια ύψους 50 εκατ.) όσο και του Νηρέα (όπου την περασμένη άνοιξη απέκτησαν το 75% «κουρεύοντας» δάνεια 58,6 εκατ.). Τα τραπεζικά δάνεια των τεσσάρων εταιρειών ξεπερνούν τα 400 εκατ. Στελέχη της αγοράς αναφέρουν ότι μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ακολουθήσει η περαιτέρω συγκέντρωση στον κλάδο. 

Άλλωστε, το ενδιαφέρον ξένων funds (έχουν κατά καιρούς κυκλοφορήσει διάφορα ονόματα, όπως π.χ. των Oaktree, Υork Capital, Rhone Capital κ.ά.) εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς πρόκειται για έναν ιδιαίτερα εξωστρεφή κλάδο.
Δεν είναι τυχαίο πως από το 1981 που δημιουργήθηκαν οι πρώτες πειραματικές μονάδες ο κλάδος έφτασε το 2014 να παράγει 113.000 τόνους τσιπούρας και λαβρακίου συνολικής αξίας 567 εκατ. Πιο συγκεκριμένα παρήχθησαν πέρυσι 71.000 τόνοι τσιπούρας αξίας 346,48 εκατ. ευρώ και 42.000 τόνοι λαβρακίου αξίας 220,5 εκατ. ευρώ.

Η χώρα μας διατηρεί την πρωτιά στην παραγωγή μεσογειακών ψαριών, καθώς παράγει το 65% τσιπούρας και λαβρακίου που εκτρέφεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και το 40% σε παγκόσμιο. Πρόκειται για τον πιο εξωστρεφή κλάδο ζωικής παραγωγής της χώρας και τον δεύτερο εξαγωγικό κλάδο αγροτικών προϊόντων μετά τα φρούτα και τα λαχανικά.