Στη συζήτηση εντός της ΕΕ περί ενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής στις δαπάνες και στην επί του παρόντος μη εξεύρεση κοινού τόπου προς αυτήν την κατεύθυνση, όλοι έχουν το δίκιο τους.
Και ξεκινώ από τους παραδοσιακά «φειδωλούς» που μπορεί να διατηρούν επιφυλάξεις για το βάθος της κρίσης, παραδέχονται ωστόσο ότι θα αργήσουμε να επιστρέψουμε τις προ του πολέμου τιμές ενέργειας και αναγνωρίζουν τον κίνδυνο των πληθωριστικών πιέσεων για πολίτες και επιχειρήσεις.
- Διαβάστε ακόμα - Έγγραφο Κομισιόν προς Eurogroup: Όχι σε ρήτρα διαφυγής - Κάθε κράτος θα πάρει μέτρα με βάση τις δυνάμεις του
Η προσέγγισή τους να ενεργοποιήσουν (όποια) υφιστάμενα εργαλεία από το 2022 προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις τρέχουσες συνέπειες, πράγματι, έχει νόημα. Το παλαιού τύπου δημοσιονομικό πλαίσιο του one size fits for all έχει αντικατασταθεί από ένα πλαίσιο που πράγματι δίνει τη δυνατότητα για «στοχευμένα και προσωρινά μέτρα». Και πλέον, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη-μέλη, πράγματι υπάρχει μία σειρά ευελιξιών που «κλείνουν το μάτι» σε συνθήκες τύπου ρήτρας διαφυγής. Δε φτάνουν όμως εκεί.
Υπάρχει και κάτι επίσης θετικό στην προσέγγιση αυτή, έστω κι αν σπάνια το επικαλούνται πολιτικοί του ευρωπαϊκού Νότου. Δεν είναι, βλέπετε, δημοφιλές. Μία γενικευμένη ρήτρα διαφυγής δίνει μεγαλύτερο περιθώριο επιδοτήσεων στους ισχυρούς. Στο βωμό της «κοινωνικής ευαισθησίας», η ψαλίδα της ανταγωνιστικότητας ανοίγει υπέρ των ισχυρών και θύμα της εν τέλει αποτελούν οι κοινωνίες των ασθενέστερων οικονομιών της ΕΕ.
Κι αν υποβαθμίζουμε την κρίση;
Πολύ απλά θα το πληρώσουμε. Όλοι μαζί. Αρχικά οι ασθενέστερες οικονομίες και στη συνέχεια οι ισχυρότερες που μετά τον covid και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες, θα πρέπει να εγγυηθούν τη χρηματοδότηση ακόμη ενός εργαλείου τύπου Ταμείου Ανάκαμψης. Η δημιουργία ενός τέτοιου εργαλείου θα είναι αναπόφευκτη και ενδεχομένως να επηρεάσει και τη θέση της ίδιας της ΕΕ στις αγορές.
Υπάρχει ένα (προφανώς δυσδιάκριτο όριο) κατά το οποίο η υπομονετική και συχνά συνετή διαχείριση οδηγεί στην ανάγκη λήψης δραστικότερων και ακόμη πιο κοστοβόρων αποφάσεων. Με τον κίνδυνο του too little too late να είναι ισχυρός. Και εκεί είναι που έχουν το δίκιο τους οι… μη φειδωλοί της ΕΕ.
Και η Ελλάδα; Είναι ειδική περίπτωση;
Ξεκάθαρα όχι. Έχει όμως μερικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από άλλες οικονομίες. Βρίσκεται σε θετικό κύκλο ανάπτυξης και διαθέτει δημοσιονομικά διαθέσιμα να δαπανήσει προκειμένου να προχωρήσει σε «στοχευμένες και προσωρινές παρεμβάσεις». Όχι όμως εντός του υφιστάμενου πλαισίου.
Μία γενικευμένη ρήτρα διαφυγής, αναμφίβολα θα τη διευκόλυνε προς αυτήν την κατεύθυνση, ειδικά όταν οι Βρυξέλλες αντιλαμβάνονται ότι υφίσταται (έως ενός σημείου) διαθέσιμος χώρος που δεν πρόκειται να επηρεάσει ιδιαίτερα το προφίλ του -ακόμα μεγάλου- δημοσίου χρέους της και της αποπληρωμής του. Και αυτό θα πρέπει να είναι και ένα σαφές όριο -μία προφανής αυτοδέσμευση- των δικών μας πρωτοβουλιών σε εθνικό επίπεδο.
Οι ενδείξεις μάλιστα που έχει δώσει η ελληνική πλευρά στους εταίρους της είναι προς αυτήν την κατεύθυνση. Η χώρα ξοδεύει όταν εισπράττει. Δεν επιλέγει -και ορθώς με βάση το προφίλ της οικονομίας της και τις παθογένειες του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος της- να ενισχύσει πολίτες και επιχειρήσεις συνήθως (ανα)διανέμοντας εισπράξεις και όχι μειώνοντας αλόγιστα φόρους χωρίς εξασφαλισμένα επίπεδα εσόδων. Για προχωρήσει σε περαιτέρω μέτρα, θα ήταν χρήσιμη η κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση.
Τι σημαίνει αυτό κατ’ αρχάς στην πράξη; Όσο ο Κυριάκος Πιερρακάκης θα επιχειρεί να πετύχει μία εξαιρετικά δύσκολη και καθόλου βέβαιη συναίνεση στο Eurogroup, η «δημιουργική» συζήτηση για ευελιξία στο υφιστάμενο πλαίσιο θα πρέπει να ενταθεί. Ειδικά όταν η ίδια η Επιτροπή -όπως προκύπτει από δηλώσεις κορυφαίων αξιωματούχων της- αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να την επιδείξει.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.