Η πιο ολοκληρωμένη μελέτη ανασκόπησης των νοσηλειών για άνοια που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο, φανερώνει πως μία στις έξι νοσοκομειακές κλίνες καταλαμβάνεται από ασθενείς με άνοια. Επιπλέον διαπιστώνει ότι πολλοί ανοϊκοί ασθενείς θα μπορούσαν να λάβουν νωρίτερα εξιτήριο, με τα καθυστερημένα εξιτήρια να κοστίζουν ετησίως στους Βρετανούς φορολογούμενους 328 εκατομμύρια £!
Οι ερευνητές του Βρετανικού Πανεπιστημίου University College London που διεξήγαγαν την έρευνα περιγράφουν πώς τα καθυστερημένες εξιτήρια, η έλλειψη επικοινωνίας με το προσωπικό του βρετανικού ΕΣΥ (NHS) και το ακατάλληλο για ασθενείς με άνοια νοσοκομειακό περιβάλλον κρατούν άσκοπα τους ανθρώπους στο νοσοκομείο, υπονομεύοντας την αξιοπρέπεια τους και επιδεινώνοντας την ευθραυστότητα, που τους χαρακτηρίζει.
5πλάσια πιθανότητα μακροχρόνιας παραμονής στο νοσοκομείο για τους ασθενείς με άνοια
Όσοι πάσχουν από άνοια έχουν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να παραμείνουν στο νοσοκομείο παρά το γεγονός ότι είναι ιατρικά ικανοί να φύγουν, με τα καθυστερημένα εξιτήρια να κοστίζουν 328 εκατομμύρια λίρες ετησίως στους φορολογούμενους.
Η μελέτη ορόσημο διενεργήθηκε από το UCL με την υποστήριξη της Επιτροπής Geller, του Οργανισμού Dementia UK και της Εταιρείας Αλτσχάιμερ. Οι ερευνητές βασίστηκαν σε δεδομένα 1,48 εκατομμυρίων συμμετεχόντων, προκειμένου να προσδιορίσουν το ανθρώπινο, κοινωνικό και οικονομικό κόστος των περιττών νοσηλειών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα άτομα με άνοια έχουν 42% πιο αυξημένο κίνδυνο εισαγωγής για επείγουσα περίθαλψη, έως και 35% αυξημένο κίνδυνο επανεισαγωγής στο νοσοκομείο και, μόλις εισαχθούν, παραμένουν επτά φορές περισσότερο στις κλινικές, σε σχέση με τους συνομηλίκους τους.
Ακατάλληλο το νοσοκομειακό περιβάλλον για τους ασθενείς με άνοια
Παράλληλα, τα καθυστερημένα εξιτήρια και οι μακροχρόνιες νοσηλείες αναγκάζουν τους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης να αγωνίζονται σε περιβάλλοντα ακατάλληλα για την μακροχρόνια φροντίδα των άνοιας, με το 87% των εργαζομένων στα νοσοκομεία λένε ότι η φροντίδα της άνοιας είναι δύσκολη λόγω έλλειψης πόρων.
Να σημειωθεί ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα της άνοιας ανήκουν στα άτομα με το μεγαλύτερο σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης- ανάλογο με αυτό που έχουν οι εργαζόμενοι στις μονάδες εντατικής θεραπείας και των ομάδων που ενημερώνουν τους συγγενείς των εγκεφαλικά νεκρών ασθενών για την δυνατότητα της δωρεάς οργάνων. Η έρευνα διαπιστώνει πως οι οικογένειες με ασθενή με άνοια εργάζονται 100+ ώρες απλήρωτες την εβδομάδα, που ισοδυναμούν με δυόμισι απλήρωτες δουλειές και έχουν μεγάλο κόστος για την ψυχική τους υγεία και την καριέρα τους.
Επιπλέον διαπιστώνεται ότι οι νοσηλείες έχουν βαρύ αντίκτυπο στην κατάσταση των ατόμων με άνοια, με την έκθεση να δείχνει ότι το 45,8% των ασθενών αναπτύσσει παραλήρημα ενώ βρίσκεται στο νοσοκομείο, ενώ το 90% των οικογενειών υποστηρίζουν ότι τα νοσοκομεία είναι τρομακτικά και προκαλούν σύγχυση. Οι μεγάλες προκλήσεις στην παροχή φροντίδας σε αυτά τα περιβάλλοντα σημαίνουν ότι το προσωπικό μπορεί συχνά να αποδυναμώνει, να υποβαθμίζει και να στιγματίζει τους ασθενείς, ιδίως όσον αφορά την προσωπική υγιεινή και τη διατροφή. Ενδεικτικά, η έρευνα περιγράφει λεπτομερώς μια εμπειρία στην οποία ένα άτομο με άνοια δέχθηκε επίπληξη από μια νοσοκόμα όταν προσπαθούσε να πάει στην τουαλέτα, με αποτέλεσμα να βρέξει το κρεβάτι του.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Άντριου Σόμερλαντ από το Τμήμα Ψυχιατρικής του UCL, υπογραμμίζει: «Οι αστοχίες του συστήματος υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου στον τομέα της άνοιας δεν είναι δυσεπίλυτες. Η έρευνα δείχνει ξεκάθαρα πόσο σημαντικές είναι οι προσεγγίσεις που επικεντρώνονται στην κοινότητα για τη μείωση των νοσηλειών και την ελαχιστοποίηση των μακροχρόνιων διαμονών στα νοσοκομεία, ωστόσο το NHS (το βρετανικό ΕΣΥ) δεν τις εφαρμόζει. Καθώς ένα στα τρία άτομα άνω των 90 ετών αναμένεται να αναπτύξει άνοια, ποτέ δεν ήταν πιο σημαντικό να ανακατευθύνουμε τους πόρους σε φροντίδα βασισμένη σε τεκμηριωμένα στοιχεία και να βελτιώσουμε την επικοινωνία, ώστε να διασφαλίσουμε ότι οι οικογένειες, το προσωπικό του νοσοκομείου και οι φροντιστές θα εργάζονται ως μία ενωμένη ομάδα».
Οι οικονομικά προσιτές λύσεις, που έως τώρα αγνοούνται
Η έρευνα διαπιστώνει ότι πολλές παρεμβάσεις που συχνά θεωρούνται αποτελεσματικές, ιδίως τα προγράμματα διαχείρισης περιστατικών και η άσκηση, δεν μειώνουν τις νοσηλείες σε άτομα με άνοια. Ενώ αυτές είναι σημαντικές για άλλες πτυχές της φροντίδας, δεν αποτελούν λύσεις για τη μείωση των νοσηλειών που σχετίζονται με την άνοια. Η αναδρομική μελέτη καθορίζει σαφείς, οικονομικά προσιτές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις νοσηλείες ασθενών με άνοια και να μειώσουν τη διάρκεια της νοσηλείας τους – εάν το NHS ανακατευθύνει τη χρηματοδότηση σε τεκμηριωμένες προσεγγίσεις με επίκεντρο την κοινότητα.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
Καταρχάς, η ενθάρρυνση της δημιουργίας ολοκληρωμένων διεπιστημονικών ομάδων, που θα λειτουργούν ως πρότυπο στη φροντίδα της άνοιας. Έτσι θα παρέχεται μια ολιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει την υγειονομική και κοινωνική φροντίδα για την αντιμετώπιση των σωματικών, γνωστικών και συναισθηματικών αναγκών των ασθενών με άνοια, γεγονός που μειώνει τις νοσηλείες και την επαγγελματική εξουθένωση του προσωπικού και των φροντιστών.
Επίσης προτείνεται η αναβάθμιση του ρόλου των φαρμακοποιών στο νοσοκομείο. Η ενσωμάτωση των κλινικών φαρμακοποιών σε διεπιστημονικές ομάδες θα μπορούσε να εξοικονομήσει 38 λίρες για κάθε 1 λίρα που δαπανάται, αποτρέποντας τις επανεισαγωγές που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή και τις καθυστερήσεις στο εξιτήριο.
Παράλληλα, είναι σημαντικό, ο έγκαιρος προγραμματισμός της φροντίδας να καταστεί ακρογωνιαίος λίθος στην περίθαλψη της άνοιας. Απαιτείται η υποστήριξη της οικογένειας και η παροχή στα άτομα με άνοια της δυνατότητας να καθορίσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες θα προτιμούσαν να τους παρέχεται φροντίδα στο σπίτι - κάτι που μπορεί να μειώσει τις εισαγωγές στο νοσοκομείο έως και 55%.
Ο Λόρενς Γκέλλερ (Laurence Geller), Πρόεδρος της Επιτροπής Geller προσθέτει: «Χάρηκα που υποστήριξα αυτή τη σημαντική έρευνα, επειδή πιστεύω ότι ό,τι μετριέται διορθώνεται. Μέχρι τώρα, μας έλειπε η πλήρης εικόνα του πραγματικού ανθρώπινου και οικονομικού κόστους αυτών των αστοχιών του NHS. Η μελέτη παρέχει αυτά τα στοιχεία, και μαζί με αυτά, τη βάση για αλλαγή. Η άγνοια δεν μπορεί να αποτελεί πλέον δικαιολογία για αδράνεια.»



