Τα τελευταία χρόνια, η παγκόσμια οικονομία διέρχεται μία περίοδο δομικών αλλαγών που επηρεάζουν καθοριστικά το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας.
Ο κλάδος της υγείας δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς καλείται να λειτουργήσει σε ένα ολοένα πιο σύνθετο και απαιτητικό περιβάλλον. Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης, η ανάπτυξη καινοτόμων θεραπευτικών προσεγγίσεων και η δημογραφική γήρανση συνιστούν κεντρικές προκλήσεις που αναδύονται σήμερα για τα συστήματα υγείας. Ωστόσο, παρά τη δυναμική αυτή εξέλιξη, εξακολουθούν να υφίστανται κρίσιμα και διαχρονικά ανεπίλυτα ζητήματα, όπως η διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης σε ζωτικής σημασίας θεραπείες που προέρχονται από πλάσμα.
Το πλάσμα είναι το υγρό μέρος του ανθρώπινου αίματος και καταλαμβάνει περίπου το 55% του συνολικού όγκου του. Πρόκειται για ένα υποκίτρινο, διαυγές υγρό το οποίο περιέχει νερό (92%), πρωτεΐνες (7%), άλατα, ένζυμα, αντισώματα, ορμόνες και άλλα συστατικά. Το πλάσμα έχει την ικανότητα να λειτουργεί ως δίκτυο μεταφοράς, επιτρέποντας την παροχή των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών στα κύτταρα. Αυτή η απαραίτητη για τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού ουσία έχει και μια επιπρόσθετη χρήση, ως πρώτη ύλη για την παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων, τα οποία ονομάζονται PDMPs.
Τα Plasma Derived Medicinal Products (PDMPs) είναι φάρμακα ζωτικής σημασίας που για την παραγωγή τους βασίζονται στο πλάσμα του ανθρώπινου οργανισμού. Η κύρια χρήση των PDMPs έχει ως στόχο την αντιμετώπιση μιας σειράς ασθενειών, πολλές από τις οποίες είναι γενετικές, σπάνιες, χρόνιες και συχνά απειλητικές για τη ζωή. Μεταξύ αυτών είναι η πρωτοπαθής και δευτεροπαθής ανοσοανεπάρκεια, οι ανοσομεσολαβούμενες περιφερικές νευροπάθειες, η αιμορροφιλία, το κληρονομικό αγγειοοίδημα, το σύνδρομο Guillain-Barré, η νόσος Kawasaki κοκ.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα φάρμακα από πλάσμα χρησιμοποιούνται ευρέως στην καθημερινή ιατρική με όλους εμάς να αποτελούμε δυνητικούς χρήστες τους, καθώς αξιοποιούνται σε υποστηρικτικές θεραπείες για καρκινοπαθείς, στην αντιμετώπιση εγκαυμάτων και τραυμάτων, στις μεταμοσχεύσεις οργάνων, στην υποστήριξη ασθενών μετά από χειρουργεία, στη θεραπεία δαγκωμάτων ζώων, στη θεραπεία ηπατίτιδας, στη πρόληψη λοιμώξεων σε παιδιά με HIV, σε εγκυμοσύνες με ασυμβατότητα Rh, αλλά και σε διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Copenhagen Economics, περίπου 1 εκατομμύριο ασθενείς στην Ευρώπη πάσχουν από νοσήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν με θεραπείες που βασίζονται στο ανθρώπινο πλάσμα (PDMPs), ενώ για ορισμένες κατηγορίες ασθενών δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Παράλληλα, η ανάγκη για τις θεραπείες αυτές αυξάνεται σταθερά, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να ανέρχεται στο 6,7% σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με στοιχεία του 2023. Για τους ασθενείς αυτούς, η θεραπεία δεν είναι περιστασιακή, αλλά απαιτείται σε τακτική βάση, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Καθώς δεν υπάρχει υποκατάστατο του ανθρώπινου πλάσματος που να μπορεί να παραχθεί τεχνητά, η κάλυψη αυτής της αυξανόμενης ανάγκης εξαρτάται αποκλειστικά από την εθελοντική δωρεά πλάσματος από υγιείς δότες. Η συλλογή πλάσματος είναι καθοριστική για την παραγωγή των σχετικών φαρμάκων και τη διαθεσιμότητά τους, που τελικά επιτρέπει στους ασθενείς να έχουν πρόσβαση σε θεραπείες ζωτικής σημασίας. Η διαδικασία της πλασμαφαίρεσης, μέσω της οποίας πραγματοποιούνται οι δωρεές, είναι σχετικά απλή και ασφαλής, συμβάλλοντας καθοριστικά στη βελτίωση τόσο του προσδόκιμου ζωής όσο και της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Ενδεικτικά, για τη θεραπεία ενός μόνο ασθενούς με πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή ανοσοανεπάρκεια απαιτούνται σε ετήσια βάση περίπου 130 δωρεές πλάσματος, ενώ για έναν ασθενή με ανεπάρκεια Αλφα-1 αντιθρυψίνης απαιτούνται 900 δωρεές και για έναν ασθενή με αιμορροφιλία 1.200 δωρεές ετησίως.
Στην Ευρώπη, το 50% του πλάσματος που προορίζεται για την παραγωγή φαρμάκων συλλέγεται μόνο σε τέσσερις χώρες: την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία και την Τσεχία. Παράλληλα, σημαντικό μέρος της απαιτούμενης ποσότητας, εξακολουθεί να προέρχεται μέσω εισαγωγών από τις ΗΠΑ σε ποσοστό περίπου 40%. Η σημαντική συμβολή των τεσσάρων αυτών κρατών βασίζεται στη συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αναδεικνύοντας ένα μοντέλο που θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε ουσιαστικό μέρος της ευρωπαϊκής λύσης, μέσα από τη διαμόρφωση ενός σαφούς και λειτουργικού ρυθμιστικού πλαισίου για τη συλλογή πλάσματος, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της στρατηγικής επάρκειας της Ευρώπης στον τομέα αυτό.
Μεταρρυθμίζοντας το πλαίσιο της, η χώρα μας θα συνεισφέρει στην ευρωπαϊκή επάρκεια πλάσματος, ενώ παράλληλα θα αντιμετωπίσει το εξής παράδοξο: το συλλεγόμενο πλάσμα στην Ελλάδα προέρχεται κυρίως από ολικές δωρεές αίματος και μπορεί να καλύψει μόνο συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και τα περιορισμένα αποθέματα - περίπου 60.000 λίτρα - που διατηρούνται σε βαθιά ψύξη συχνά απορρίπτονται, καθώς δεν υπάρχει το κατάλληλο νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει την αξιοποίησή τους από φαρμακευτικές εταιρείες για την παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων.
Με την εξασφάλιση των συνθηκών αυτών, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να καταστεί η πέμπτη χώρα στην Ευρώπη που θα συμβάλει ουσιαστικά στη συλλογή πλάσματος για την παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων. Με αυτόν τον τρόπο, αναλαμβάνει έναν πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια για ευρωπαϊκή αυτονομία στον τομέα της υγείας. Την ίδια στιγμή, ενισχύεται η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας, μέσω της δημιουργίας των συνθηκών για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής εκατομμυρίων ασθενών που εξαρτώνται από τη σταθερή πρόσβασή τους σε φάρμακα από πλάσμα.