Ως ιδρυτικό μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έχουν συμβάλει σημαντικά σε πολλά από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ΠΟΥ, συμπεριλαμβανομένης της εξάλειψης της ευλογιάς και στην πρόοδο κατά πολλών άλλων απειλών για τη δημόσια υγεία, όπως η πολιομυελίτιδα, ο HIV, ο Έμπολα, η γρίπη, η φυματίωση, η ελονοσία, οι παραμελημένες τροπικές ασθένειες, η μικροβιακή αντοχή και η ασφάλεια των τροφίμων.
Συνεπώς, ο ΠΟΥ εκφράζει τη λύπη του για την ανακοίνωση των Ηνωμένων Πολιτειών περί αποχώρησης από τον ΠΟΥ – μια απόφαση που καθιστά τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και τον κόσμο λιγότερο ασφαλείς. Η ανακοίνωση περί αποχώρησης εγείρει ζητήματα που θα εξεταστούν από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΠΟΥ στην τακτική του συνεδρίαση που ξεκινά στις 2 Φεβρουαρίου και από την Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας στην ετήσια συνεδρίασή της τον Μάιο του 2026.
Λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών που λένε ότι ο ΠΟΥ «την έχει αμαυρώσει και την έχει προσβάλει», και έχει θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της, ο ΠΟΥ απαντά ότι ισχύει το αντίθετο. Όπως κάνει με κάθε κράτος μέλος, ο ΠΟΥ επιδίωκε πάντα να συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες με καλή πίστη και με πλήρη σεβασμό στην κυριαρχία τους.
Στις δηλώσεις τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέφεραν ως έναν από τους λόγους για την απόφασή τους τις «αποτυχίες του ΠΟΥ κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19», συμπεριλαμβανομένης της «παρεμπόδισης της έγκαιρης και ακριβούς ανταλλαγής κρίσιμων πληροφοριών» και πως ο ΠΟΥ «απέκρυψε αυτές τις αποτυχίες». Ενώ κανένας οργανισμός ή κυβέρνηση δεν τα κατάφερε όλα σωστά, ο ΠΟΥ υποστηρίζει την αντίδρασή του σε αυτήν την άνευ προηγουμένου παγκόσμια κρίση υγείας. Καθ' όλη τη διάρκεια της πανδημίας, ο ΠΟΥ ενήργησε γρήγορα, μοιράστηκε όλες τις πληροφορίες που είχε γρήγορα και με διαφάνεια με τον κόσμο και συμβούλευσε τα κράτη-μέλη με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία. Ο ΠΟΥ συνέστησε τη χρήση μάσκας, εμβολίων και φυσικής αποστασιοποίησης, αλλά σε κανένα στάδιο δεν συνέστησε υποχρεωτική χρήση μάσκας, υποχρεωτικό εμβολιασμό ή lockdown. Υποστηρίξαμε πως οι κυρίαρχες κυβερνήσεις μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που πίστευαν ότι ήταν προς το συμφέρον του λαού τους, αλλά οι αποφάσεις ήταν δικές τους.
Αμέσως μετά την παραλαβή των πρώτων αναφορών για μια συστάδα κρουσμάτων «πνευμονίας άγνωστης αιτίας» στη Γουχάν της Κίνας στις 31 Δεκεμβρίου 2019, ο ΠΟΥ ζήτησε από την Κίνα περισσότερες πληροφορίες και ενεργοποίησε το σύστημα διαχείρισης έκτακτων περιστατικών. Μέχρι τη στιγμή που αναφέρθηκε ο πρώτος θάνατος από την Κίνα στις 11 Ιανουαρίου 2020, ο ΠΟΥ είχε ήδη ειδοποιήσει τον κόσμο μέσω επίσημων καναλιών, δημόσιων δηλώσεων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είχε συγκαλέσει παγκόσμιους εμπειρογνώμονες και είχε δημοσιεύσει ολοκληρωμένες οδηγίες για τις χώρες σχετικά με τον τρόπο προστασίας των πληθυσμών και των συστημάτων υγείας τους. Όταν ο Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ κήρυξε την COVID-19 ως έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας διεθνούς ανησυχίας βάσει των Διεθνών Κανονισμών Υγείας στις 30 Ιανουαρίου 2020 - το υψηλότερο επίπεδο συναγερμού βάσει του διεθνούς δικαίου υγείας - εκτός Κίνας υπήρχαν λιγότερα από 100 αναφερόμενα κρούσματα και κανένας αναφερόμενος θάνατος.
Τις πρώτες εβδομάδες και μήνες της πανδημίας, ο Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ προέτρεψε επανειλημμένα όλες τις χώρες να λάβουν άμεσα μέτρα για την προστασία των πληθυσμών τους, προειδοποιώντας ότι «το παράθυρο ευκαιρίας κλείνει», πως «αυτή δεν είναι άσκηση» και χαρακτηρίζοντας την COVID-19 ως «Νο1 δημόσιο εχθρό».
Σε απάντηση στις πολλαπλές αξιολογήσεις της πανδημίας COVID-19, συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης του ΠΟΥ, ο ΠΟΥ έχει λάβει μέτρα για να ενισχύσει το δικό του έργο και να υποστηρίξει τις χώρες ώστε να ενισχύσουν τις δικές τους ικανότητες ετοιμότητας και αντίδρασης σε πανδημίες. Τα συστήματα που αναπτύξαμε και διαχειριστήκαμε πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη φάση έκτακτης ανάγκης της πανδημίας, και τα οποία λειτουργούν 24/7, έχουν συμβάλει στη διατήρηση της ασφάλειας όλων των χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέφεραν επίσης στις ανακοινώσεις τους ότι ο ΠΟΥ «ακολούθησε μια πολιτικοποιημένη, γραφειοκρατική ατζέντα που καθοδηγείται από έθνη εχθρικά προς τα αμερικανικά συμφέροντα». Αυτό είναι αναληθές. Ως εξειδικευμένος οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, που διοικείται από 194 κράτη-μέλη, ο ΠΟΥ ήταν και παραμένει αμερόληπτος και υπάρχει για να υπηρετεί όλες τις χώρες, με σεβασμό στην κυριαρχία τους και χωρίς φόβο ή εύνοια.
Ο ΠΟΥ εκτιμά την υποστήριξη και τη συνεχή δέσμευση όλων των κρατών μελών του, τα οποία συνεχίζουν να εργάζονται στο πλαίσιο του Οργανισμού για την αναζήτηση λύσεων στις μεγαλύτερες απειλές για την υγεία παγκοσμίως, τόσο τις μεταδοτικές ασθένειες όσο και τις μη μεταδοτικές. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη-μέλη του Οργανισμού υιοθέτησαν πέρυσι τη Συμφωνία για την Πανδημία του ΠΟΥ, η οποία, μόλις επικυρωθεί, θα καταστεί ορόσημο του διεθνούς δικαίου για να διατηρηθεί ο κόσμος ασφαλέστερος από μελλοντικές πανδημίες. Τα κράτη-μέλη διαπραγματεύονται τώρα ένα παράρτημα στη Συμφωνία για την Πανδημία του ΠΟΥ, το σύστημα Πρόσβασης σε Παθογόνα και Κατανομής Οφελών, το οποίο, εάν εγκριθεί, θα προωθήσει την ταχεία ανίχνευση και κατανομή παθογόνων με πανδημικό δυναμικό, καθώς και την ισότιμη και έγκαιρη πρόσβαση σε εμβόλια, θεραπείας και διαγνωστικά μέσα.
Ελπίζουμε ότι στο μέλλον, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιστρέψουν με ενεργή συμμετοχή στον ΠΟΥ. Εν τω μεταξύ, ο ΠΟΥ παραμένει σταθερά προσηλωμένος στη συνεργασία με όλες τις χώρες για την επιδίωξη της βασικής του αποστολής και της συνταγματικής του εντολής: Να προασπίζει και να διατηρεί το υψηλότερο εφικτό επίπεδο υγείας ως θεμελιώδες δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους.
Φωτογραφία: @associatedpress