Ο πληθυσμός της Ευρώπης συνεχίζει να γερνάει, ενώ την ίδια στιγμή πολλά ευρωπαϊκά κράτη όπως η Λετονία, η Λιθουανία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ιταλία οδηγούν την κούρσα της συρρίκνωσής του, λόγω χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.
Σύμφωνα με τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές προβολές της Eurostat, στην Γηραιά Ήπειρο τις επόμενες δεκαετίες η διάμεση ηλικία του πληθυσμού της θα αυξηθεί κατά 5 έτη (από 44,4 έτη το 2022 σε 49,4 έτη το 2070). Θα σημειωθεί δηλαδή μια έντονη ανοδική μετατόπιση στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού της που θα χαρακτηρίζεται από τις εξής εξελίξεις:
- το ποσοστό των ηλικιακών ομάδων άνω των 65 ετών στο σύνολο του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί από 21% το 2022 σε 30% το 2070 για την ΕΕ
- το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 80 ετών και άνω αναμένεται να αυξηθεί από 6% το 2022 σε 13% το 2070 και να υπερδιπλασιαστεί στα περισσότερα κράτη-μέλη
- το ποσοστό της νεότερης ηλικιακής ομάδας (0-19 ετών) στον πληθυσμό της ΕΕ αναμένεται να μειωθεί από 20% το 2022 σε 18% το 2070
- τα άτομα σε ηλικία εργασίας αντιπροσώπευαν το 59% του πληθυσμού της ΕΕ το 2022, ενώ το 2070 το ποσοστό αυτό αναμένεται να μειωθεί στο 52%.

Οι παράγοντες που οδηγούν σε αυτές τις δημογραφικές τάσεις είναι πολλαπλοί. Η αύξηση των ηλικιωμένων οφείλεται στον συνδυασμό των πολυπληθών γενεών που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1950 και του 1960 και της συνεχιζόμενης αύξησης του προσδόκιμου ζωής.
Η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (20-64 ετών) οφείλεται στα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας και στον μειωμένο αριθμό γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Ούτε οι αναμενόμενες καθαρές μεταναστευτικές ροές επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις τάσεις γήρανσης του πληθυσμού της ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των εξελίξεων, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων θα αυξηθεί κατακόρυφα με 17 εργαζόμενους (σε ηλικία εργασίας) να αντιστοιχούν σε 10 ηλικιωμένους (άνω των 65 ετών) έως το 2070 (σήμερα η αναλογία είναι 17:28).
Οι δημοσιονομικές πιέσεις λόγω γήρανσης
Η δημογραφική μεταβολή θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία και στα κοινωνικά συστήματα των κρατών-μελών της ΕΕ.
Παρότι η συνδυασμένη επίδραση των μεταρρυθμίσεων στα συνταξιοδοτικά συστήματα σε ολόκληρη την ΕΕ με το τέλος των πρόωρων συντάξεων και τη σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας συμβάλουν στην αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν την προβλεπόμενη μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας.
Μάλιστα, σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις της Eurostat, ο αριθμός του εργατικού δυναμικού στην ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί κατά 12% (ή αλλιώς κατά 25 εκατομμύρια άτομα) μεταξύ 2022 και 2070.
Η συνολική συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (παρά την εισερχόμενη μετανάστευση) σημαίνει ότι ο συνολικός αριθμός των ωρών εργασίας θα μειωθεί, γεγονός που συνεπάγεται ότι η παραγωγικότητα της εργασίας και οι παράγοντες που τη διαμορφώνουν θα καταστούν ο κύριος μοχλός αύξησης του ΑΕΠ στην ΕΕ.
Σύμφωνα με το Ageing Report 2024, η προβλεπόμενη μέση αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στην ΕΕ κατά 1,3% την περίοδο 2022–2070 οφείλεται κυρίως στην παραγωγικότητα της εργασίας. Η παραγωγικότητα της εργασίας εκτιμάται ότι θα αυξάνεται κατά μέσο όρο 1,4% ετησίως κατά την περίοδο των προβολών, εκ των οποίων 0,9 ποσοστιαίες μονάδες προέρχονται από τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών και 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από την κεφαλαιακή ενίσχυση.
Στον αντίποδα, η συμβολή της εργασίας στην αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να καταστεί αρνητική. Όπως σημειώνεται στην Έκθεση Draghi το 2024, «η ΕΕ εισέρχεται στην πρώτη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας της κατά την οποία η ανάπτυξη δεν θα στηρίζεται στην αύξηση του πληθυσμού».
Η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας θα σημαίνει επίσης λιγότερους εργαζόμενους που καταβάλλουν φόρους και κοινωνικές εισφορές, ασκώντας πίεση στα δημόσια έσοδα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων δαπανών. Γενικότερα, η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, θα εντείνει τις δημοσιονομικές πιέσεις στο μέλλον.
Συγκεκριμένα οι δημοσιονομικές δαπάνες για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και μακροχρόνια φροντίδα ανήλθαν το 2022 στο 24,4% του ΑΕΠ στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων 11,4% για τις συντάξεις, 6,9% για την υγειονομική περίθαλψη, 4,4% για την εκπαίδευση και 1,7% για τη μακροχρόνια φροντίδα.
Έως το 2070, η ΕΕ αναμένεται να δαπανά το 25,6% του ΑΕΠ για πολιτικές που σχετίζονται με την ηλικία, εκ των οποίων το 7,3% του ΑΕΠ θα αφορά αποκλειστικά την υγειονομική περίθαλψη, καθιστώντας την το δεύτερο υψηλότερο κονδύλι ηλικιακά συνδεδεμένων δημοσιονομικών δαπανών μετά τις συντάξεις.