Εν μέσω καλοκαιρινών διακοπών, τουλάχιστον δύο θέματα που απέσπασαν την προσοχή μας. Το πρώτο αφορά στην πρόωρη αποπληρωμή του ελληνικού χρέους. Δεν αξίζει να μπει κανείς -αν δεν είναι υπουργός- στον κόπο να εξηγήσει για ποιους λόγους ενδείκνυται η κίνηση αυτή και ποια οφέλη απορρέουν. Για κάθε άνθρωπο με στοιχειώδη αντίληψη της παγκόσμιας οικονομίας και των αγορών, είναι αυτονόητο.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι ακόμα σημαντικότερο από τα οικονομικά μεγέθη. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας από μόνη της αρκεί ως απάντηση. Η χώρα έφτασε στο χείλος της οικονομικής της διάλυσης, οι συνέπειες ήταν και παραμένουν σημαντικές τόσο για τη γενιά της κρίσης, όσο και για την επόμενη που επίσης βιώνει το κόστος της (ουσιαστικά) χρεοκοπίας μας.
Η μείωση του δημοσίου χρέους και η δημοσιονομική σταθερότητα οφείλουν πλέον να αποτελούν για τη χώρα περίπου ό,τι η αύξηση του πληθωρισμού για τη Γερμανία. Όχι φοβικά, όπως συχνά, βάσει και της νοοτροπίας του, την αντιλαμβάνεται μεγάλο μέρος των Γερμανών. Αλλά, ως απόλυτη ανάγκη και προτεραιότητα. Τα υπόλοιπα… φρόντισε να τα εξηγήσει -επαρκώς κατά την άποψή μας- ο Κυριάκος Πιερρακάκης.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένας κρίσιμος αστερίσκος: Η μείωση του χρέους και η δημοσιονομική σταθερότητα δικαίως και αυτονόητα επιδιώκονται. Αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για να βελτιώσει η Ελλάδα την πιστοληπτική αξιολόγησή της και να διεκδικήσει την αναβάθμισή της σε υψηλότερες επενδυτικές βαθμίδες. Αυτό θα ήταν και το καταλληλότερο αντίβαρο στην τρέχουσα παγκόσμια συγκυρία που αυξάνει την αβεβαιότητα και αντιστοίχως τα επιτόκια των ομολόγων.
Δυστυχώς, αυτό δεν αναμένεται να συμβεί προ των επόμενων εκλογών. Η Ελλάδα έχει εισέλθει σε εκείνο το σημείο του εκλογικού της κύκλου που οι επενδυτές αναμένουν να κλείσει και η τελευταία σχετική εκκρεμότητα: να προκύψει σταθερή κυβέρνηση μετά τις ερχόμενες εθνικές εκλογές. Η εξάλειψη του πολιτικού ρίσκου και η σταθερότητα αποτελούν επίσης βασική προϋπόθεση. Και ζητούμενο.
Οι φωτιές ανάβουν… φωτιά πανευρωπαϊκά
Το δεύτερο θέμα που αναπόφευκτα απέσπασε την προσοχή μας είναι αυτό των καταστροφικών πυρκαγιών που στοίχισε (και) στην Ελλάδα απώλειες ανθρώπινων ζωών. Αντίστοιχα στοίχισε την περιβαλλοντική καταστροφή σε πολλές περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Αττικής. Επιχειρήσαμε να ανατρέξουμε στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για να διαπιστώσουμε το συγκριτικό μέγεθος των καταστροφών σε βάθος χρόνου, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης.
Εστιάζοντας στον ευρωπαϊκό νότο, διαπιστώσαμε ένα ενδιαφέρον και ταυτόχρονα ανησυχητικό στοιχείο: Κατά το διάστημα 2006-2024, η Ελλάδα -όπως και η Πορτογαλία- είναι οι χώρες που παρουσιάζουν τις καλύτερες επιδόσεις… Για την ακρίβεια, τις λιγότερο αρνητικές, έχοντας περιορίσει αναλογικά τον αριθμό των πυρκαγιών. Η Ελλάδα είναι, μάλιστα, η μοναδική από τις χώρες που περιόρισε στο διάστημα αυτό τις εκτάσεις καμένης γης ανά έτος.

Η παρατήρηση γίνεται εξαιρετικά ανησυχητική, αν αντιληφθούμε το μέγεθος της τεράστιας καταστροφής που παρατηρούμε. Αν η Ελλάδα είναι αυτή με τις θετικότερες επιδόσεις, τι (και γιατί) συμβαίνει σε επίπεδο ΕΕ;
Μία κρυφή ευκαιρία;
Φέτος, εξ όσων θυμόμαστε είναι η πρώτη χρονιά που η κεντρική και βόρεια Ευρώπη αντελήφθησαν τόσο έντονα ότι η κλιματική κρίση -που χτυπά περισσότερο τις μεσογειακές χώρες- οδηγεί συχνά σε χαοτικές συνθήκες και τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης. Κι αν εμείς στην Ελλάδα ή οι Ιταλοί και οι Πορτογάλοι εστιάζουμε στην ένταση των φαινομένων, οι Γερμανοί ή οι Βέλγοι εστιάζουν αναπόφευκτα και στο πρωτοφανές της πρόκλησης.
Σε προηγούμενες δεκαετίες δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν τις συνθήκες του φετινού καλοκαιριού. Πρακτικά, τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε επίπεδο πολιτικών πολιτικής προστασίας; Ενδεχομένως και τίποτα σημαντικά διαφορετικό σε σχέση με την -φιλότιμη ομολογουμένως βάσει των δυνατοτήτων της- προσπάθεια της ΕΕ να συντονίσει τις εθνικές δυνάμεις αντιμετώπισης των καταστροφών στην πράξη.
Ωστόσο, μία ουσιαστική ευκαιρία είναι προφανής. Πέραν των εθνικών πρωτοβουλιών, οι παραδοσιακά «φειδωλοί» της ΕΕ είναι απολύτως έτοιμοι να ακούσουν (και να χρηματοδοτήσουν συνεπώς) ενωσιακές πολιτικές που δε διανοήθηκαν ποτέ στο παρελθόν ότι θα έπρεπε να σχεδιάσουν.
Ειδικά, μάλιστα, όταν οι βασικές προβλέψεις των ειδικών (τις αντλούμε από πρόσφατο ρεπορτάζ της Washington Post) επισημαίνουν ότι το καλοκαίρι του 2026 αποτελεί ένα δείγμα του πώς θα είναι όλα τα καλοκαίρια μας στα τέλη της επόμενης δεκαετίας. Κατά πόσο μπορεί να ενταχθεί αυτό στη διαπραγμάτευση του επόμενου κοινοτικού προϋπολογισμού απομένει να το διαπιστώσουμε. Μέρος τους θα αποτελέσει αναπόφευκτα. Το πόσο μεγάλο είναι αναπόφευκτα και ζήτημα συγκυριών.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.