Για προφανείς λόγους, οι σχέσεις μας με την Τουρκία αποτελούν βασική προτεραιότητα: εθνική, πολιτική και δημοσιογραφική. Ενίοτε μάλιστα αποδίδουμε σε αυτή μεγαλύτερες από τις αντικειμενικές της διαστάσεις. Αυτό σπάνια μπορεί να το κατανοήσει ένας πολίτης π.χ. των Βαλτικών χωρών. Από την άλλη συχνά ούτε και εμείς -τουλάχιστον ορισμένοι εξ ημών- μπορούμε να αντιληφθούμε τις άμεσες δικές τους εθνικές απειλές, έστω κι αν η Ρωσία αποτελεί ξεκάθαρο εχθρό με τρέχουσα πολεμική επιχείρηση στη γειτονιά τους.
Σήμερα την Τουρκία επισκέπτονται τρεις Επίτροποι. Η Ύπατη Εκπρόσωπος (Κάλλας), η Επίτροπος της Διεύρυνσης (Κος) και του Μεταναστευτικού (Μπρούνερ). Αν πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία έχει έστω και ελάχιστες ελπίδες επανεκκίνησης του ενταξιακού της διαλόγου, κάνει λάθος. Με τον Ερντογάν να εξοντώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους, έως και να τους φυλακίζει, οποιαδήποτε συζήτηση αποκλείεται να προχωρήσει. Άλλωστε, μετά από 25 χρόνια από το αίτημα της Τουρκίας, κανένας δεν περιμένει να αλλάξουν δραστικά τα δεδομένα. Ενδεχομένως και ελάχιστοι σε Άγκυρα και Βρυξέλλες να το επιδιώκουν πλέον.
Αυτό που σε κάθε περίπτωση φαίνεται ξεκάθαρα είναι οι επιδιώξεις των δύο πλευρών: Η ΕΕ βλέπει στην Τουρκία έναν χρήσιμο εταίρο, μέλος του ΝΑΤΟ και σημαντική στρατιωτική δύναμη, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει στην πράξη εμπορικό διάδρομο απεξάρτησης από τη Ρωσία, συνεργάτη στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού και εμπορικό εταίρο. Η Τουρκία από την πλευρά της βλέπει μεταξύ άλλων την ΕΕ ως ευκαιρία επέκτασης της παραγωγής εξοπλισμού (με ορισμένα κράτη-μέλη έχει ήδη στενές σχέσεις). Με δεδομένο ωστόσο τον αποκλεισμό της από προγράμματα όπως το SAFE, αλλά και την προβληματική της σχέση με τη μισή Ευρώπη -σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο- το παζάρι αναμένεται και προβληματικό και δύσκολο στην εφαρμογή του.
Η θέση της Ελλάδας
Είναι προφανές ότι οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία -όχι κατ’ ανάγκη και οι διμερείς των κρατών μελών της με αυτήν- περνούν μέσα από την Ελλάδα (και την Κύπρο). Είναι επίσης προφανές ότι κανείς δεν τρέφει αυταπάτες σε ό,τι αφορά τις εθνικές θέσεις και φιλοδοξίες της Τουρκίας. Και είναι τέλος αναμενόμενο ότι οι εθνικές πολιτικές εξελίξεις σε Ελλάδα και Τουρκία δεν ευνοούν όχι μόνο τον εποικοδομητικό διάλογο αλλά ούτε… τον κατ’ ανάγκη διάλογο.
Αυτό που οφείλουμε ωστόσο να έχουμε κατά νου εκτός συνόρων είναι τα επιχειρήματα εκείνα που κατανοούν και αναπόφευκτα αποδέχονται οι εταίροι μας: το αδιανόητο casus belli των Τούρκων και το σαφές διαζύγιο της Τουρκίας του Ερντογάν με τις φιλελεύθερες δημοκρατίες των χωρών της Ένωσης. Προφανώς υφίσταται και το ζήτημα της κατοχής της Κύπρου. Αυτό ενέχει ωστόσο ξεχωριστές παραμέτρους από μόνο του.
Θα ρωτήσει κανείς γιατί τα γράφουμε όλα αυτά; Γιατί ήδη η προεκλογική περίοδος έχει ξεκινήσει και οφείλουμε να διαχωρίσουμε τη σχέση εθνικών και εσωτερικών πολιτικών συμφερόντων (σε Ελλάδα και Τουρκία) με τη σχέση εθνικών συμφερόντων και άσκησης συνεπούς εξωτερικής πολιτικής.
Συνήθως όταν ανεβαίνουν οι τόνοι εντός των χωρών, χάνεται πολύτιμο κεφάλαιο εκτός. Το παράδειγμα των πολιτικών της Τουρκίας στην προηγούμενη θητεία Ερντογάν είναι χαρακτηριστικό. Και δεν ισχύει… μόνο για την Τουρκία.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.