Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη αναζητά έναν νέο τρόπο να απαντήσει σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της: τη δημογραφική συρρίκνωση, αλλά και την απειλούμενη ερημοποίηση της υπαίθρου. Για δεκαετίες η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι η κινητικότητα αποτελεί σχεδόν αυτονόητη προϋπόθεση της ανάπτυξης.
Ότι οι πολίτες θα μετακινηθούν εκεί όπου υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες και ότι η δημόσια πολιτική οφείλει κυρίως να διευκολύνει αυτή τη μετακίνηση. Σήμερα, όμως, διαμορφώνεται σταδιακά μια διαφορετική προσέγγιση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι η πραγματική ελευθερία επιλογής δεν εξαντλείται στο δικαίωμα να μετακινηθεί κανείς.
Περιλαμβάνει και το δικαίωμα να παραμείνει στον τόπο όπου γεννήθηκε, ή επέλεξε να ζήσει, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μειωμένες ευκαιρίες πρόσβασης στην εργασία, στις δημόσιες υπηρεσίες ή στην ποιότητα ζωής. Αυτή είναι η ουσία της πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το "Right to Stay", το δικαίωμα δηλαδή παραμονής στον τόπο σου.
Η επιλογή του τόπου κατοικίας πρέπει να είναι αποτέλεσμα ελευθερίας και όχι ανάγκης. Ένας νέος άνθρωπος μπορεί να θέλει να φύγει από το χωριό του για να σπουδάσει ή να εργαστεί αλλού. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Το ερώτημα είναι αν θα μπορεί, όταν το επιθυμήσει, να επιστρέψει.
Ή αν κάποιος άλλος πολίτης που επιθυμεί να μην φύγει ποτέ από τον τόπο του, αν θα έχει πραγματικά αυτή τη δυνατότητα. Γιατί όταν η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην εργασία ή στις ψηφιακές υπηρεσίες εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα ενός πολίτη, τότε η ανισότητα αποκτά και γεωγραφική διάσταση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανοίξει αυτή τη συζήτηση μέσα από τις πρωτοβουλίες της για το μέλλον των αγροτικών περιοχών και μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται να παρουσιάσει την ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή στρατηγική πάνω στο "Right to Stay".
Η στρατηγική αυτή εκτιμάται ότι θα αποτελέσει σημαντικό σημείο αναφοράς για τις πολιτικές συνοχής της επόμενης προγραμματικής περιόδου, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον συντονισμό πολιτικών, στη βελτίωση της πρόσβασης στις βασικές υπηρεσίες, στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στους πολίτες να επιλέγουν συνειδητά τον τόπο όπου θα ζήσουν.
Η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Μια χώρα όπου περισσότερο από το 70% της έκτασης της είναι ορεινή, η τρίτη πιο ορεινή χώρα σε ολόκληρη την Ευρώπη, δεν μπορεί φυσικά να αντιμετωπίζει την ορεινότητα ως γεωγραφικό περιορισμό.
Η Ελλάδα προσέρχεται σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή συζήτηση έχοντας ήδη διαμορφώσει μια σημαντική βάση πολιτικών για τις ορεινές περιοχές. Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων σε 12 πυλώνες που καλύπτουν κρίσιμους τομείς της ορεινότητας, από την εκπαίδευση και την υγεία έως την επιχειρηματικότητα, τον πρωτογενή τομέα, τις ψηφιακές υποδομές και την κοινωνική συνοχή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ΕΣΠΑ 2021-2027, μέσω του οποίου διατίθενται 431 εκατ. ευρώ για Ολοκληρωμένες Χωρικές Επενδύσεις (ΟΧΕ), εκ των οποίων τα 400 εκατ. ευρώ κατευθύνονται αποκλειστικά σε ορεινές περιοχές. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή που αποτυπώνει έμπρακτα τη βούληση της Πολιτείας να επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη της ορεινής Ελλάδας και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι τοπικές κοινωνίες να παραμένουν ζωντανές και παραγωγικές.
Το επόμενο βήμα ήρθε με την ίδρυση της Ειδικής Γραμματείας Ορεινών Περιοχών στην Προεδρία της Κυβέρνησης, μια ιστορική τομή για το ελληνικό κράτος, που για πρώτη φορά αποκτά έναν ενιαίο, θεσμικό πυλώνα σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικών αποκλειστικά για τους ορεινούς μας τόπους.
Με τον τρόπο αυτό υπηρετεί στην πράξη τη φιλοσοφία του "Right to Stay", ως μια διαρκή προσπάθεια ώστε κάθε δημόσια πολιτική να αξιολογείται και μέσα από το ερώτημα του πώς επηρεάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν στις ορεινές περιοχές.
Το “Right to Stay” είναι μια νέα αντίληψη για την ανάπτυξη, όχι απλά μια πολιτική για την περιφέρεια. Μια αντίληψη που μετρά την επιτυχία μιας χώρας όχι μόνο από το πόσο αναπτύσσονται τα μεγάλα αστικά της κέντρα, αλλά και από το αν οι πολίτες της μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα πού θα ζήσουν, θα εργαστούν και θα δημιουργήσουν.
Και αυτή είναι μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας: να οικοδομήσουμε μια Ελλάδα όπου ο τόπος κατοικίας δεν θα καθορίζει τις δυνατότητες ζωής των ανθρώπων, αλλά θα αποτελεί πραγματική επιλογή. Είναι ένα ζήτημα που αφορά την εδαφική συνοχή, την ισότητα των ευκαιριών και σε τελική ανάλυση και την ίδια τη δημοκρατία.



