Μετά την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ, η Ευρώπη έχει αρχίσει, υπό την πίεση των συνθηκών, να συζητάει την κοινή της άμυνα ως προτεραιότητα. Η «αμερικανική αμυντική ομπρέλα», που απλώθηκε πάνω από τη Δυτική Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι επεκτάθηκε και στην Ανατολική ύστερα από την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, δεν υφίσταται πλέον. Η Ε.Ε. βρίσκεται αντιμέτωπη με τη νέα πραγματικότητα. Το περίφημο ReArm Europe, μεπόρους 800 δισ. ευρώ για προγράμματα εξοπλισμών, ήταν το πιο πρόσφατο έμπρακτο βήμα στην παλαιά συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης. Προηγήθηκε η απόφαση για ορισμό ειδικού Επιτρόπου για την Άμυνα, ενώ έχει προηγηθεί εδώ και κάποια χρόνια η δημιουργία Ύπατου Εκπροσώπου για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής. Όμως ο ορισμός εκπροσώπων δεν αρκεί. Η Ε.Ε. είναι, δυστυχώς, παρατηρητής κι όχι συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, ούτε καν κι εκείνων που την αφορούν άμεσα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο πόλεμος του Ιράν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, που έχει ήδη εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, δίνει νέα ώθηση στη συζήτηση για το επόμενο βήμα, που είναι η διαμόρφωση κοινής εξωτερικής και κοινής αμυντικής πολιτικής. Το κρίσιμο κενό αναδείχθηκε πάλι: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας –δεν έχει ούτε τον θεσμικό μηχανισμό, ούτε την απολύτως αναγκαία ενιαία πολιτική λειτουργία να πάρει εκείνες τις αποφάσεις, που θα της επιτρέπουν να παρεμβαίνει άμεσα και αποτελεσματικά σε κρίσεις όπως η σημερινή. Όσο ακραία κι αν διακυβεύονται τα νόμιμα συμφέροντά της...
Τούτη τη φορά όμως, κάτι φάνηκε να κινείται προς την ορθή κατεύθυνση. Μετά από αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ελλάδα έστειλε ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις στη μεγαλόνησο, με αποστολή την υπεράσπισή της από ιρανικά drones και πυραύλους. Την πρωτοβουλία της Αθήνας ακολούθησε γρήγορα η Γαλλία –κι ύστερα κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η συγκυρία αυτή έφερε ξανά στο προσκήνιο το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει σαφώς ότι «αν ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια με όλα τα μέσα που διαθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Η διάταξη είναι νομικά δεσμευτική, αλλά η μορφή και το είδος της βοήθειας (στρατιωτική ή άλλη) εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους-μέλους. Χαρακτηριστικά: το άρθρο 42.7 ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά από τη Γαλλία, ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 στο Μπατακλάν, στο Παρίσι. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η συνδρομή δεν ήταν σε καμία περίπτωση στρατιωτική –αφορούσε την εσωτερική ασφάλεια, τις πληροφορίες και τον συντονισμό σε αστυνομικής φύσης ζητήματα. Το άρθρο 42.7 λοιπόν, παρά την ισχυρή διατύπωσή του, ούτε σαφή ρύθμιση περιλαμβάνει για τον μηχανισμό ενεργοποίησής του, ούτε το είδος της βοήθειας προσδιορίζει. Το γεγονός όμως ότι έχει ξεκινήσει η συζήτηση, πώς το συγκεκριμένο άρθρο που παρέμενε ανενεργό, μπορεί να αποκτήσει λειτουργικό χαρακτήρα, συνιστά μια πρόοδο. Και η συνδρομή εταίρων στην άμυνα της Κύπρου, είναι ένα σημαντικό βήμα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να προχωρήσει εμπράκτως στη στρατηγική της αυτονομία. Σε τούτη την κρίσιμη στιγμή, όταν οι χθεσινές βεβαιότητες ανατρέπονται και τεκτονικές γεωστρατηγικές ανακατατάξεις καταργούν τα δεδομένα πολλών δεκαετιών, όταν μαίνονται γύρω μας πολεμικές συγκρούσεις που μας αφορούν και μας επηρεάζουν άμεσα (από την ενέργεια και την οικονομία μας μέχρι τις προσφυγικές ροές), όταν συμβαίνουν όλα αυτά, η Ευρώπη δεν μπορεί να παρακολουθεί και να ακολουθεί –οφείλει να δράσει και να διαμορφώσει εξελίξεις. Η ασφάλεια είναι, μετά την αύξηση του κόστους ζωής, ο μεγαλύτερος παράγοντας ανησυχίας για τους Ευρωπαίους πολίτες. Η απάντηση σε αυτές τις ανησυχίες πρέπει να είναι κοινή. Τα σύνορα των κρατών-μελών της Ε.Ε. πρέπει να θεωρούνται ευρωπαϊκά σύνορα και η επίθεση εναντίον ενός, επίθεση εναντίον όλων. Αυτό σημαίνει πραγματική Ένωση. Το άρθρο 42.7 δεν πρέπει να μείνει απλώς μια παράγραφος στη Συνθήκη της Ε.Ε. αλλά να αποτελέσει τον άξονα για τη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας εξωτερικής κι αμυντικής πολιτικής.