Ανησυχία καταλαμβάνει τις εκτιμήσεις της αγοράς για την διακύμανση των χρεώσεων των πράσινων τιμολογίων τον επόμενο μήνα με τις βασικές αιτίες να αποτελούν από την μία το «ράλι» των τιμών φυσικού αερίου, φτάνοντας σε υψηλό τετραμήνου, ξεπερνώντας τα 60 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα και από την άλλη η άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με την μέση τιμή Ιουλίου να καταγράφει άνοδο 22% τις πρώτες 25 μέρες του μήνα σε σχέση με τον Ιούνιο.
Από την πλευρά του το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, παρακολουθεί την εξέλιξη της αγοράς χωρίς για την ώρα να εξετάζει το ενδεχόμενο επιδοτήσεων, κρίνοντας ότι δεν ξεπερνιούνται οι «κόκκινες γραμμές» που θα σημάνουν την εφαρμογή του μέτρου.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς που συνομίλησαν με το insider.gr, οι τελικές χρεώσεις αναμένεται να κινηθούν στα ίδια έως και λίγο υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον Ιούλιο, χωρίς ωστόσο ακόμη να μπορεί να υπάρξει σαφής εικόνα, δεδομένου ότι μεσολαβούν ακόμη μέρες για το «κλείσιμο» του μήνα.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προσθέτουν οι ίδιες πηγές, παραδοσιακά, λαμβάνοντας υπόψη τις επιμέρους παραμέτρους που συνθέτουν την «ηλεκτρική εξίσωση», ο ακριβότερος μήνας είναι ο Ιούλιος σε συνέχεια της κορύφωσης της ζήτησης και των πολλαπλάσιων αναγκών του ενεργειακού συστήματος που με την σειρά του επιφέρει μια συνολικότερη αύξηση στα νούμερα, με τα σχετικά «μεγέθη» να υποχωρούν μερικώς κατά την καλοκαιρινή ραστώνη του Αυγούστου με την γενικευμένη «υποστολή» της οικονομικής δραστηριότητας άρα και της ζήτησης.
Το «μοτίβο», οι παραδοχές και ο «άγνωστος Χ»
Βέβαια, όπως έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις κατά το παρελθόν, το προαναφερόμενο «μοτίβο» μπορεί να αποβεί διαφορετικό πράγμα που συναρτάται τόσο με τα τεκταινόμενα εντός της χώρας (θερμοκρασίες κλπ) όσο και με τις συνολικότερες εξελίξεις στο ενεργειακό γίγνεσθαι, από την συμπεριφορά των γειτονικών ηλεκτρικών συστημάτων που αλληλεπιδρούν με το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα όσο και ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που με την σειρά τους μπορούν να πυροδοτήσουν αυξήσεις στην αγορά ενέργειας, όπως συμβαίνει κατά την τρέχουσα περίοδο με την αναζωπύρωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και την αύξηση των τιμών φυσικού αερίου.
Χρειάζεται πάντως να σημειωθεί, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, ότι οι εταιρείες προμήθειας προσπαθούν να αποφεύγουν βιαστικές εκτιμήσεις, αναγνωρίζοντας τόσο την ρευστότητα της συνολικότερης κατάστασης και την «ταχύτητα» με την οποία αλλάζουν τα δεδομένα όσο και την ανάγκη διατήρησης μιας ισορροπίας στην εμπορική τους πολιτική που θα «διασφαλίσει» και θα «θωρακίσει» το πελατολόγιό τους σε βάθος χρόνου.
Σε αυτή την βάση, οι εταιρείες επέλεξαν να κινηθούν συντηρητικά στην διαμόρφωση των χρεώσεων κατά τον μήνα Ιούλιο, μένοντας στα ίδια επίπεδα με τον Ιούνιο, παρά το γεγονός ότι ο βασικός συντελεστής – η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – «έκλεισε» με αύξηση τον Ιούνιο σε σχέση με τον Μάιο. Ενδεικτικό της συγκράτησης των χρεώσεων για τον Ιούλιο σε σχέση με τον Ιούνιο είναι πως η μεγαλύτερη αύξηση από μήνα σε μήνα δεν ξεπέρασε το 7%.
Ως αποτέλεσμα, η μέση τιμή στις τελικές χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων για τον μήνα Ιούλιο διαμορφώθηκε στα 17,5 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, υποχωρώντας ελαφρώς έναντι του Ιουνίου, όταν ήταν 17,2 λεπτά. Η χαμηλότερη χρέωση ανακοινώθηκε στα 13,8 με την υψηλότερη να φτάνει στα 22,7 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα. Συγκριτικά, τον Ιούνιο κυμάνθηκαν από 13,8 μέχρι 21,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
«Μπλε» τιμολόγια δείχνουν τα απολογιστικά στοιχεία του 2025
Σε κάθε περίπτωση, οι κατά καιρούς αυξήσεις στη χονδρική με την ανάλογη «μετάφραση» στη λιανική αγορά ρεύματος είτε με άνοδο των τιμών των πράσινων τιμολογίων είτε με συγκράτηση αυτών σε σχετικά υψηλά επίπεδα έχει πείσει τους καταναλωτές για την χρησιμότητα των σταθερών «μπλε» τιμολογίων ως την πλέον βέλτιστη λύση να απαλλαγούν από την ανησυχία του ενεργειακού κόστους.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) για τη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τα σταθερά «μπλε» τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας αναδείχθηκαν ως η οικονομικότερη επιλογή για τη μεγάλη πλειονότητα των οικιακών καταναλωτών το 2025. Η ανάλυση της Αρχής βασίστηκε στα εμπορικά διαθέσιμα τιμολόγια καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και αξιολόγησε το συνολικό κόστος για δύο αντιπροσωπευτικά προφίλ οικιακών καταναλωτών, με μηνιαία κατανάλωση 330 και 660 kWh, συνυπολογίζοντας τόσο τις χρεώσεις ενέργειας όσο και τα πάγια.
Για κατανάλωση 330 kWh τον μήνα, τα σταθερά τιμολόγια ήταν η οικονομικότερη επιλογή στους οκτώ από τους δώδεκα μήνες του 2025. Η μέση μηνιαία ανταγωνιστική χρέωση διαμορφώθηκε στα 50,51 ευρώ για τα σταθερά προϊόντα, έναντι 56,50 ευρώ για τα κυμαινόμενα («κίτρινα») και 60,98 ευρώ για τα ειδικά («πράσινα») τιμολόγια. Η μέση επιβάρυνση του συνόλου των διαθέσιμων οικιακών τιμολογίων διαμορφώθηκε στα 55,42 ευρώ τον μήνα.
Παρότι η χαμηλότερη μηνιαία χρέωση του έτους καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο από το κυμαινόμενο πρόγραμμα Yellow One Home 2 του ΗΡΩΝ, με κόστος 29,95 ευρώ, η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξετάζεται το συνολικό ετήσιο κόστος με το πλέον ανταγωνιστικότερο να εμφανίζεται το σταθερό πρόγραμμα Value Secure 12M της PROTERGIA, με ετήσια ανταγωνιστική χρέωση 510,84 ευρώ.
Το αντίστοιχο κόστος ήταν περίπου 28 ευρώ χαμηλότερο από το δεύτερο οικονομικότερο προϊόν, το κυμαινόμενο Yellow One Home 2 του ΗΡΩΝ. Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι οι πρόσκαιρες μειώσεις των κυμαινόμενων τιμολογίων δεν ήταν αρκετές για να αντισταθμίσουν το πλεονέκτημα που προσέφεραν τα σταθερά προϊόντα σε ετήσια βάση.



