Βρισκόμαστε στην τελευταία εβδομάδα Ιουνίου 2026 και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανακοίνωσε τα οριστικά μοναδιαία ποσά των Οικολογικών Σχημάτων (eco-schemes) για το έτος ενίσχυσης 2025.
Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά: οι τελικές μοναδιαίες τιμές διαμορφώνονται στα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη εφαρμογής του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ 2023-2027, με αυξήσεις κατά μέσο όρο από 30% έως 50% και με ορισμένες δράσεις να φτάνουν έως και 344% σε σχέση με πέρυσι. Η κυβερνητική ανακοίνωση κάνει λόγο για «πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων».
Πίσω από αυτήν όμως την εικόνα κρύβεται μια αριθμητική πραγματικότητα που αξίζει ανάλυση: το αιτούμενο ποσό, πριν από τους ελέγχους της ΑΑΔΕ, ανερχόταν σε 797 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικά διαθέσιμο πακέτο φτάνει τα 545 εκατ. ευρώ. Η διαφορά των 252 εκατ. ευρώ δεν είναι λογιστική αδυναμία. Είναι το χρηματικό ισοδύναμο του αριθμού των αγροτών που αποκλείστηκαν από τις πληρωμές μετά τους διοικητικούς και διασταυρωτικούς ελέγχους. Επίσης δεν γνωρίζει κανείς αν και κατά πόσο θα εξαντληθεί το διαθέσιμο ποσό και τι θα γίνουν οι πόροι που θα περισσέψουν.
Τα Οικολογικά Σχήματα δεν πληρώνονται με ένα ενιαίο τρόπο για όλους, αλλά ανάλογα με τον προϋπολογισμό κάθε δράσης, τη ζήτηση που καταγράφεται και τα αποτελέσματα των διασταυρώσεων.
Αν το αιτούμενο ποσό ξεπεράσει τον διαθέσιμο προϋπολογισμό, τότε ενεργοποιούνται μειώσεις στα μοναδιαία ποσά. Αν όμως οι έλεγχοι αποκλείσουν προβληματικές ή μη επιλέξιμες περιπτώσεις, τότε ανοίγει ο δρόμος για πληρωμή κοντά ή και στο ανώτατο ύψος. Αυτό ακριβώς συνέβη στο έτος ενίσχυσης 2025: η μείωση του αριθμού των δικαιούχων εξοικονόμησε πόρους, οι οποίοι αναδιανεμήθηκαν στις εναπομείνασες επιλέξιμες περιπτώσεις, δημιουργώντας τη δυνατότητα πληρωμής στο μέγιστο ποσό.
Το μέγεθος αυτής της διαδικασίας αποτυπώνεται ανάγλυφα στα δεδομένα της πληρωμής Μαΐου 2026, η οποία αφορούσε τα οικολογικά σχήματα ECO1 και ECO7. Στην πληρωμή εκείνη διατέθηκαν 53,2 εκατ. ευρώ λιγότερα από τον σχετικό προϋπολογισμό, ενώ για τις συγκεκριμένες δράσεις καταγράφηκε μείωση δικαιούχων κατά 88% σε σχέση με το έτος 2024. Το ποσοστό αυτό δεν αντιστοιχεί σε μαζική απόσυρση αιτήσεων. Αντιστοιχεί σε αποκλεισμό μέσω ελέγχων.
Αυτό συμβαίνει και τώρα, ειδικά με το οικολογικό σχήμα της βιολογικής, όπου υπάρχει αποκλεισμός πολλών παραγωγών λόγω αγοράς φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Αυτοί οι παραγωγοί ωστόσο θα έχουν το δικαίωμα ένστασης και εκεί θα πρέπει να αποδείξουν ότι τα φυτοπροστατευτικά που αγοράστηκαν δεν προορίζονται για τις βιολογικές καλλιέργειες (και είναι πολλές οι περιπτώσεις αυτές).
Πέρα από τα τεχνικά ζητήματα ΑΤΑΚ και monitoring, ένα δεύτερο επίπεδο αποκλεισμού εντοπίζεται στη δομή των ίδιων των δράσεων. Το κυρίως πρόβλημα της διαδικασίας είναι η απαίτηση για παραστατικά και τιμολόγια. Το Υπουργείο φαίνεται να προσφεύγει σε αποκλεισμό δράσεων που δεν τεκμηριώνονται με τιμολόγια αγοράς υπηρεσιών ή προϊόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που έχει ανακοινώσει και η ίδια η ΑΑΔΕ είναι εκείνο της Δράσης 7 για τα σιτηρέσια, η οποία απαιτούσε παραστατικά αγοράς προσθέτων υλών ζωοτροφών, προμιγμάτων, πρώτων υλών και συνθέτων ζωοτροφών.
Εδώ εντοπίζεται μια σημαντική αντίφαση: η ΚΑΠ 2023-2027 επιδοτεί περιβαλλοντικές και κλιματικές πρακτικές που οι Έλληνες αγρότες εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες με οικογενειακή εργασία. Το ελληνικό σύστημα ελέγχου όμως, επιλέγοντας ως αποδεικτικό στοιχείο συμμόρφωσης το παραστατικό αγοράς, αντιμετωπίζει την εκτέλεση αυτής της πρακτικής με ίδια μέσα ως μη τεκμηριωμένη.
Επομένως απέμειναν λιγότεροι αγρότες, οι οποίοι θα πληρωθούν τελικά αυξημένα ποσά.
Το παράδοξο της αναδιανομής
Ο μηχανισμός αυτός δημιουργεί ένα θεσμικό παράδοξο που αξίζει να καταγραφεί με σαφήνεια. Η διαμόρφωση των τελικών αυξημένων τιμών κατέστη δυνατή μέσω της αξιοποίησης αδιάθετων πόρων και της ανακατανομής τους μεταξύ οικολογικών σχημάτων, με βάση τα οριστικά στοιχεία των επιλέξιμων εκτάσεων που προέκυψαν μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων, με τους πόρους που εξοικονομήθηκαν να κατευθύνονται σε παρεμβάσεις με αυξημένη ζήτηση.
Με άλλα λόγια, όσο περισσότεροι αγρότες αποκλείονται, τόσο υψηλότερο είναι το μοναδιαίο ποσό για τους εναπομείναντες δικαιούχους. Το σύστημα λειτουργεί σαν χωνί: ο συνολικός προϋπολογισμός παραμένει σταθερός, αλλά ο αριθμός των αποδεκτών του μικραίνει. Η ανακοίνωση «μέγιστου πριμ» περιγράφει ακριβώς αυτήν την κατάσταση, χωρίς να αποτυπώνει το κόστος της σε αριθμό αποκλεισθέντων παραγωγών.
Η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ φέρνει αναμφίβολα αυστηρότερους ελέγχους και μεγαλύτερη εγκυρότητα στις εκταμιεύσεις. Ο διοικητής της ΑΑΔΕ σημείωσε ότι φέτος οι έλεγχοι ξεκίνησαν νωρίτερα και είναι περισσότεροι, ενώ το δείγμα των επιτόπιων ελέγχων ζωικού κεφαλαίου για την ΕΑΕ 2025 ανήλθε σε 4.697 ΑΦΜ, από τα οποία ολοκληρώθηκαν σε ποσοστό 99,8%. Αυτή η βελτίωση στην ποιότητα ελέγχου δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό: το σύστημα ελέγχου εφαρμόζεται σε ένα πλαίσιο δράσεων που δεν σχεδιάστηκε λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγροτικής εκμετάλλευσης.
Η γεωργία της χώρας είναι οικογενειακού χαρακτήρα, κατακερματισμένη, με χαμηλό βαθμό ψηφιακής παρακολούθησης της καλλιεργητικής διαδικασίας. Δράσεις που απαιτούν αποκλειστικά τεκμηρίωση μέσω τιμολογίων τρίτων αποκλείουν de facto έναν σημαντικό αριθμό αγροτών που εφαρμόζουν πράγματι τις προβλεπόμενες πρακτικές.
Το διακύβευμα για τον σχεδιασμό της επόμενης περιόδου
Το αποτέλεσμα του 2025 αποτελεί χρήσιμο δείκτη για τη διαμόρφωση της πολιτικής των επόμενων ετών. Εάν η αύξηση των μοναδιαίων ποσών είναι απόρροια της μείωσης των δικαιούχων και όχι αύξησης του προϋπολογισμού, τότε το ζήτημα δεν είναι η επάρκεια της χρηματοδότησης αλλά η σχεδίαση των δράσεων.
Είναι αναγκαίο το ΥπΑΑΤ να αξιολογήσει ποιες κατηγορίες δράσεων αποκλείουν συστηματικά παραγωγούς που εφαρμόζουν τις ζητούμενες πρακτικές λόγω αδυναμίας τεκμηρίωσης μέσω τρίτων. Η εισαγωγή εναλλακτικών αποδεικτικών μέσων, όπως φωτογραφική τεκμηρίωση μέσω Agrisnap, δήλωση παρουσίας γεωτεχνικού ή επαλήθευση μέσω δορυφορικής παρακολούθησης, μπορεί να διατηρήσει τα ελεγκτικά πρότυπα χωρίς να αποκλείει εκτάσεις που εκπληρώνουν στην πράξη τους στόχους των Οικολογικών Σχημάτων.
Ένας υγιής έλεγχος επιδιώκει να αποκλείσει εκείνους που δεν συμμορφώνονται, όχι εκείνους που δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τη συμμόρφωσή τους με τα υφιστάμενα εργαλεία.



