Οι μισθοί στη Γερμανία αυξήθηκαν περισσότερο από τον πληθωρισμό κατά το α' τρίμηνο του τρέχοντος έτους, ενισχύοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Ιδιαίτερα ευνοημένοι ήταν εκείνοι με το χαμηλότερο εισόδημα. Η τάση ωστόσο θεωρείται εύθραυστη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν το α' τρίμηνο του 2026 κατά 4,1% σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, με τις τιμές καταναλωτή να αυξάνονται κατά 2,2% την ίδια περίοδο. Συνολικά, αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των πραγματικών μισθών κατά 1,8%, συνεχίζοντας τη θετική τάση των τελευταίων ετών. Οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων στη Γερμανία αυξάνονται σταθερά εδώ και τρία χρόνια, αφού προηγουμένως επηρεάστηκαν κυρίως από τον υψηλό πληθωρισμό μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η τελευταία μείωση πραγματικών αποδοχών καταγράφηκε το α' τρίμηνο το 2023.
Η εικόνα ωστόσο θα μπορούσε σύντομα να αλλάξει, προειδοποίησε ο Μάλτε Λύμπκερ από το Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών του Ιδρύματος «Hans Böckler», μιλώντας στο πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD: Σε περίπτωση που ο πληθωρισμός ξεπεράσει την αύξηση των μισθών μετά τη νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων θα μειωθεί εκ νέου, δήλωσε ο κ. Λύμπκερ. Ενδεικτικά, τον περασμένο Απρίλιο οι υψηλές τιμές των καυσίμων είχαν οδηγήσει τον πληθωρισμό στο 2,9% - το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2024.
Οι πραγματικές αποδοχές αυξήθηκαν ιδιαίτερα απότομα για τους εργαζόμενους με χαμηλότερο εισόδημα. Το 20% των εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης με χαμηλότερη αμοιβή σημείωσε ονομαστική αύξηση μισθού κατά 7,0%, ενώ το 20% εκείνων με τις υψηλότερες αμοιβές είχαν αυξήσεις ύψους 3,5%, επισήμανε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία. Αύξηση ύψους 6,8% παρουσίασαν επίσης οι αποδοχές των εκπαιδευόμενων, κυρίως λόγω της αύξησης του ελάχιστου επιδόματος επαγγελματικής κατάρτισης από την 1.1.2026, η οποία ακολούθησε την αύξηση του κατώτατου μισθού από 12,82 ευρώ σε 13,90 ευρώ/ώρα. Ταυτόχρονα, το όριο εισοδήματος για τις «μινι-θέσεις εργασίας» αυξήθηκε από 556 σε 603 ευρώ.
Η εξέλιξη των μισθών διαφέρει επίσης αναλόγως του κλάδου, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στα ορυχεία και στα λατομεία (6,9%), στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες (6,5%) και στον ενεργειακό εφοδιασμό (5,9%). Στον αντίποδα, οι μισθοί στον κατασκευαστικό κλάδο ενισχύθηκαν κατά 2,9% και στην εκπαίδευση κατά 3,5%. Στη δημόσια διοίκηση, την άμυνα και την κοινωνική ασφάλιση αυξήθηκαν κατά μόλις 0,1%.
Η εξέλιξη των μισθών είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία, τόνισε ο κ. Λύμπκερ, εξηγώντας ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών ενισχύει και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και μπορεί να υποστηρίξει την ιδιωτική κατανάλωση. Μια τέτοια ώθηση στην κατανάλωση, πρόσθεσε, θα αποτελούσε σημαντική συμβολή στην αποτροπή της στασιμότητας της γερμανικής οικονομίας για τη φετινή χρονιά. Στην ίδια λογική, καθώς η θετική τάση παραμένει εύθραυστη, εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να αυξάνεται, η αύξηση των πραγματικών μισθών θα μπορούσε γρήγορα να μετατραπεί σε μείωση, ακόμη και παρά την αύξηση στις ονομαστικές αποδοχές. Στην εαρινή πρόβλεψή τους, οι «Σοφοί» της γερμανικής οικονομίας εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός στη Γερμανία θα αυξηθεί στο 3,0% κατά το τρέχον έτος και θα υποχωρήσει ελαφρώς στο 2,7% το 2027.
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ



