«Η πρώτη ερώτηση κάθε φορά που ένας Υπουργός Οικονομικών ανακοινώνει μέτρα είναι ποτέ θα έρθουν τα επόμενα», ανέφερε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup σχετικά με το εάν θα ληφθούν και άλλες παρεμβάσεις στήριξης της ελληνικής οικονομίας σε συζήτηση με τον Επίτροπο Οικονομίας, Παραγωγικότητας, Εφαρμογής και Απλούστευσης της ΕΕ, Βάλντις Ντομπρόβσκις στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Ο Έλληνας ΥΠΕΘΟΟ επισήμανε πως «έχουμε ως χώρα πολύ ισχυρά πλεονάσματα και την ταχύτερη μείωση του χρέους, αλλά είναι απόφασή μας να μην περάσουμε το χρέος στην επόμενη γενιά». «Ως εκ τούτου», υπογράμμισε, «η δημοσιονομική πολιτική που θα ασκηθεί θα είναι ισορροπημένη». Ωστόσο, πρόσθεσε πως εάν η κρίση ενταθεί, «είμαστε έτοιμοι να πάρουμε πρόσθετα μέτρα, στο μέτρο των δυνατοτήτων και στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων. Αλλά δεν είμαστε ακόμη εκεί» διεμήνυσε.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, δεν σχεδιάζονται άμεσα νέα μέτρα, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε μέτρα στήριξης 500 εκατ. ευρώ. Η χώρα μας διατηρεί ισχυρά πλεονάσματα (4,9%) και μειώνει γρήγορα το χρέος της (από περίπου 210% μετά την πανδημία σε περίπου 136% φέτος). «Η στρατηγική είναι δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά και στήριξη των πιο ευάλωτων. Υπάρχει η δυνατότητα λήψης πρόσθετων μέτρων εντός των ευρωπαϊκών κανόνων, αλλά προς το παρόν δεν θεωρείται απαραίτητο» εκτίμησε.
«Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί, μπορεί να υπάρξουν νέα μέτρα από τις Βρυξέλλες. Παρ’ όλα αυτά, βρισκόμαστε σε πιο σταθερή και ανθεκτική κατάσταση σε σχέση με το 2022» εξήγησε και δήλωσε συγκρατημένα αισιόδοξος. «Οι αναλυτές αναφέρονται στην μεγάλη ενεργειακή κρίση, αλλά οι αγορές δεν πιέζονται τόσο. Το τι θα γίνει εξαρτάται από την διάρκεια της κρίσης και το πλήγμα που θα υπάρξει σε αποθέματα και υποδομές» αποσαφήνισε στο πάνελ «European Prosperity in an Age of Global Uncertainty».
«Στην ενεργειακή κρίση γνωρίζουμε πλέον τι λειτούργησε το 2022 και τι όχι - πολλές πολιτικές είχαν αντίθετα αποτελέσματα. Έτσι, έχει καθοριστεί ένα πλαίσιο δράσης από την Κομισιόν και από διεθνείς οργανισμούς. Αν αλλάξουν τα δεδομένα, θα αλλάξει και η πρακτική μας. Προς το παρόν, δεν έχει νόημα να ληφθούν επιπλέον μέτρα και ειλικρινά ελπίζω να μην χρειαστεί» τόνισε.
Στοχευμένα, προσωρινά μέτρα στήριξης
Συνολικά, η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί προσεκτικά, με στοχευμένα μέτρα, διατηρώντας τη στρατηγική της πορεία, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζεται στις γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις. «Πιστεύω σε αυτό που έλεγε ο Φρανκ Σινάτρα για την πολιτική όσον αφορά την Ελλάδα και την Ευρώπη. Αν μπορείς να τα καταφέρεις εδώ, μπορείς να τα καταφέρεις οπουδήποτε. Έτσι, αν τα καταφέραμε εμείς, μπορεί να το κάνει και η Ευρώπη» τόνισε.
Με έμφαση στην εμπόλεμη κατάσταση της Μ. Ανατολής, ο κ. Πιερρακάκης έκανε λόγο για «συνάρτηση μιας σειράς παραμέτρων». «Η πρώτη θα είναι η διάρκεια της κρίσης, για πόσο καιρό θα είναι κλειστά τα Στενά του Ορμούζ. Η δεύτερη θα είναι ο αντίκτυπος στα ενεργειακά assets στην περιοχή. Και η τρίτη είναι η θεσμική κατάσταση όσον αφορά την προσφορά μετά τον αποκλεισμό και τη λήξη της κρίσης, επειδή αυτό θα τιμολογηθεί στα ασφάλιστρα κινδύνου».
Παράλληλα, σχολίασε πως ο τρόπος δράσης που θα προωθεί, ακόμη και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρώπης και να είναι στοχευμένα, προσαρμοσμένα και προσωρινά. «Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά ταυτόχρονα, η Ευρώπη θα πρέπει να επενδύει στις μακροπρόθεσμες στρατηγικές της προτεραιότητες όσον αφορά την ενέργεια, με υποδομές, επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις και διαφοροποίηση του μίγματος» συμπλήρωσε.
Συνέστησε ψυχραιμία γιατί «η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το 2022». «Πρώτον, επειδή είμαστε πιο διαφοροποιημένοι ενεργειακά από πριν. Και έχουμε ήδη ξεκινήσει τις απαραίτητες επενδύσεις, όπως στα δίκτυα. Μακροοικονομικά, είναι σαφές ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Ωστόσο, η δημοσιονομική μας απάντηση πρέπει να είναι συντονισμένη, σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής με βάση και το Accelerate EU και να μην έρχεται σε αντίθεση με τη νομισματική πολιτική» σημείωσε.
«Συνολικά, πρέπει να υπάρχει συντονισμός και να συνεχίσουμε τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Πρέπει να επενδύσουμε στην αποθήκευση ενέργειας και περαιτέρω στα δίκτυα - χρειαζόμαστε περίπου 580 δισ. ευρώ επιπλέον επενδύσεων. Υπάρχουν ακόμη προκλήσεις: η ΕΕ εισάγει το 57% της ενέργειας της. Από την άλλη, το 47% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ΑΠΕ. Άρα υπάρχουν και θετικά στοιχεία. Η κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με το 2022, αλλά οι προκλήσεις παραμένουν» διαπίστωσε.
«Η προσέγγιση πρέπει να είναι προσωρινή και στοχευμένη, λαμβάνοντας υπόψη τους δημοσιονομικούς κανόνες, καθώς τα επίπεδα ελλείμματος και χρέους είναι ήδη υψηλά. Επίσης, το περιβάλλον επιτοκίων είναι διαφορετικό σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας. Με όλα αυτά -τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, την αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο- το ερώτημα είναι: από πού θα προέλθει η ανάπτυξη στην Ευρώπη;» διερωτήθηκε.
«Γι’ αυτό δίνουμε προτεραιότητα στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Οι δύο βασικές προτεραιότητες είναι η ανταγωνιστικότητα και η ασφάλεια/άμυνα. Το βασικό μήνυμα προς τους πολίτες είναι: να μην κάνουμε τα ίδια πράγματα 27 φορές ξεχωριστά. Πρέπει να λειτουργούμε περισσότερο ως μία ενιαία οικονομία, με λιγότερα εσωτερικά εμπόδια. Η αλλαγή του πλαισίου σήμερα δείχνει ότι κατανοούμε πως το κόστος της αδράνειας είναι πολύ μεγάλη. Η δράση δημιουργεί προϋποθέσεις για ουσιαστική πρόοδο» σχολίασε.
Ντομπρόβσκις
Ο επίτροπος Ντομπρόβσκις ανέφερε πως θα συζητηθεί η ρήτρα διαφυγής μόνο σε ένα σενάριο σοβαρής ύφεσης και «δεν είμαστε εκεί». Επανέλαβε πως στις προβλέψεις που θα ανακοινωθούν στο δεύτερο μισό του Μαΐου θα καταγράφεται πώς η κρίση θα προκαλέσει τριγμούς στο ΑΕΠ μεταξύ 0,2% και 0.6% και ταχύτερη άνοδο τιμών κατά 1%. Ανέφερε πως «δεν βλέπουμε θέμα επάρκειας καυσίμων σε αυτό το στάδιο και κυρίως ζήτημα θέμα τιμών».
Αναλυτικότερα, αναφορικά με το πώς επηρεάζεται το outlook της Ευρώπης από την σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, ο κ. Ντομπρόβσκις επεσήμανε πως υπάρχει ένα εξωτερικό σοκ στον ενεργειακό εφοδιασμό, που προκαλεί πιέσεις στα κόστη, όμως ο πλήρης αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης.
«Συνολικά, λοιπόν, πρόκειται για ένα στασιμοπληθωριστικό σοκ για την οικονομία. Για να συγκρίνουμε, πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, η πρόβλεψή μας έκανε λόγο για οικονομική ανάπτυξη στην ΕΕ 1,5% τόσο φέτος όσο και του χρόνου. Θα επικαιροποιήσουμε το economic forecast το β' μισό του Μαΐου και τότε θα ξέρουμε καλύτερα τι συμβαίνει» υπογράμμισε.
ΗΠΑ, Κίνα, ΑΙ, ΝΑΤΟ
Για το «πώς θα διαχειριστούμε τη σχέση με ΗΠΑ και Κίνα» ο Έλληνας ΥΠΕΘΟ, απάντησε ότι: «πρέπει να ενισχύσουμε τις δικές μας δυνατότητες. Να βάλουμε σε τάξη τα του οίκου μας. Αν υλοποιήσουμε τις μεταρρυθμίσεις όπως την ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων, το ψηφιακό ευρώ (δηλαδή την ενοποίηση του τραπεζικού μας συστήματος), περισσότερες διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, και μια νοοτροπία δημιουργίας ευρωπαϊκών "πρωταθλητών" αντί μόνο εθνικών, τότε θα ενισχύσουμε τράπεζες και εταιρείες».
«Ταυτόχρονα, υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, η τεχνητή νοημοσύνη. Με την ταχύτητα εξέλιξης των μοντέλων, δεν είναι δυνατό να ρυθμιστεί σε εθνικό επίπεδο - ούτε καν σε επίπεδο ΗΠΑ, Κίνας ή ΕΕ. Απαιτείται παγκόσμια διακυβέρνηση, με όλους στο τραπέζι, και μάλιστα άμεσα» υποστήριξε για το ΑΙ ενώ για το ΝΑΤΟ, κάλεσε «να μην εστιάζουμε στο λεξιλόγιο αλλά στα δεδομένα και στα κοινά συμφέροντα».
«Υπάρχουν τομείς όπως η ασφάλεια ή ζητήματα στρατηγικής σημασίας όπου υπάρχει κοινό έδαφος. Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύεται ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται τη σχέση. Από πλευράς Κομισιόν, αναγνωρίζεται ότι ζούμε σε μια πιο δύσκολη και ασταθή παγκόσμια συγκυρία. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΕ και οι ΗΠΑ παραμένουν οι μεγαλύτεροι εμπορικοί και επενδυτικοί εταίροι μεταξύ τους, με ισχυρά κοινά οικονομικά συμφέροντα. Υπάρχει δέσμευση για διατήρηση μιας σχετικής σταθερότητας στις οικονομικές σχέσεις» ανέφερε.
«Υπάρχουν όμως και διαφωνίες - για παράδειγμα στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όπου η ΕΕ θεωρεί ότι δεν είναι η στιγμή για χαλάρωση. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζεται ο διάλογος με τις ΗΠΑ. Όσον αφορά τη συμφωνία εμπορίου με τις ΗΠΑ, αν και δεν θεωρείται ιδανική -καθώς αυξάνει τους δασμούς για την ΕΕ- προσφέρει ένα επίπεδο σταθερότητας» κατέληξε.