Τα μέτρα για την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, που παρουσιάστηκαν χθες από τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ανάπτυξης, επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα από τα πιο επίμονα ζητήματα της ευρωπαϊκής παραγωγής: το υψηλό και ασταθές ενεργειακό κόστος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα της παρέμβασης, το βασικό ερώτημα παραμένει αν πρόκειται για μια ουσιαστική αλλαγή ή για μια αναγκαία αλλά περιορισμένη ανακούφιση.
Με άμεσες παρεμβάσεις που ξεπερνούν τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως και ένα επενδυτικό σκέλος 200 εκατ. ευρώ, η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει την πίεση που δέχεται η ελληνική βιομηχανία από το ενεργειακό κόστος. Το πακέτο, ωστόσο, παρεμβαίνει κυρίως στο αποτέλεσμα και όχι στις αιτίες που το διατηρούν υψηλό, αφήνοντας ανοιχτό το βασικό ζήτημα της ανταγωνιστικότητας.
Η εικόνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ενδεικτική των πιέσεων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ) και την Κομισιόν, η ενέργεια για τη βιομηχανία στην Ευρώπη παραμένει έως και δύο με τρεις φορές ακριβότερη σε σχέση με τις ΗΠΑ και περίπου 50% υψηλότερη από την Κίνα. Το ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί στο 20% έως 40% της συνολικής παραγωγικής δαπάνης στους ενεργοβόρους κλάδους, ενώ σε τομείς όπως τα μέταλλα και το αλουμίνιο μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50%, καθιστώντας το καθοριστικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας.
Η ελληνική περίπτωση προσθέτει μια επιπλέον διάσταση: τη μετατροπή του ενεργειακού κόστους σε διαρκή αβεβαιότητα. Η εξάρτηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο για τον καθορισμό της οριακής τιμής, σε συνδυασμό με την υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, σημαίνει ότι οι διεθνείς διακυμάνσεις μεταφέρονται σχεδόν άμεσα στο κόστος παραγωγής. Έτσι, η βιομηχανία δεν καλείται μόνο να αντιμετωπίσει υψηλές τιμές, αλλά και να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον μειωμένης προβλεψιμότητας.
Την εικόνα αυτή εντείνει η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, με την κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες, Ισραήλ και Ιράν να ενσωματώνεται άμεσα στις τιμές ενέργειας μέσω ενός διαρκούς «risk premium». Οι αγορές προεξοφλούν τον κίνδυνο διαταραχών στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα η αβεβαιότητα να μεταφράζεται σε σταθερά αυξημένο κόστος για τη βιομηχανία.
Δύο πυλώνες παρέμβασης: Άμεση ελάφρυνση και επενδύσεις
Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν τη Μ. Δευτέρα κινούνται σε δύο κατευθύνσεις: αφενός στη στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας και αφετέρου στη διεύρυνση της ελάφρυνσης σε περίπου 23.000 επιχειρήσεις, με στόχο να καλύψουν τόσο τη βαριά παραγωγή όσο και τη μεσαία επιχειρηματική βάση που επίσης πιέζεται από τις τιμές ενέργειας.
Η βασική παρέμβαση αφορά την αντιστάθμιση του κόστους CO₂, δηλαδή την επιστροφή μέρους του κόστους που ενσωματώνεται στην τιμή του ρεύματος μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος ρύπων, με το όφελος να εκτιμάται στα 75–85 εκατ. ευρώ ετησίως και να κατευθύνεται κυρίως στη βαριά βιομηχανία. Παράλληλα, η μείωση κατά 50% των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας από την 1η Ιουλίου 2026 απευθύνεται σε ένα πολύ ευρύτερο σύνολο επιχειρήσεων, περίπου 23.000, προσφέροντας ελάφρυνση της τάξης των 26 εκατ. ευρώ ετησίως. Με αυτόν τον τρόπο, το πακέτο αποκτά διπλή στόχευση, ωστόσο η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από το κατά πόσο μπορεί να αντισταθμίσει ένα κόστος που διαμορφώνεται εκτός των εθνικών παρεμβάσεων.
Από την άλλη πλευρά, το επενδυτικό σκέλος των 200 εκατ. ευρώ μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού επιχειρεί να απαντήσει στο πρόβλημα από διαφορετική αφετηρία, μειώνοντας την κατανάλωση ενέργειας μέσω εκσυγχρονισμού εξοπλισμού, εξηλεκτρισμού διεργασιών και αποθήκευσης. Με βασική προϋπόθεση την επίτευξη εξοικονόμησης τουλάχιστον 10%, η λογική είναι να περιοριστεί η έκθεση των επιχειρήσεων στις υψηλές τιμές, χωρίς όμως να μεταβάλλεται το επίπεδο των ίδιων των τιμών.
Το όριο των μέτρων: Μειώνουν το κόστος, όχι τον μηχανισμό που το παράγει
Παρά την άμεση ελάφρυνση που προσφέρουν, οι παρεμβάσεις έχουν ένα σαφές όριο: δεν αγγίζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Έτσι, περιορίζουν μέρος της επιβάρυνσης για τη βιομηχανία, χωρίς να μεταβάλλουν τους βασικούς μηχανισμούς που διατηρούν το κόστος σε υψηλά επίπεδα.
Και αυτό γιατί η βασική αρχιτεκτονική της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένει αμετάβλητη. Η τελική τιμή εξακολουθεί να καθορίζεται από το ακριβότερο καύσιμο που εισέρχεται στο σύστημα, το οποίο στην πράξη είναι το φυσικό αέριο. Ακόμη και σε περιόδους υψηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, η τιμή «κλειδώνει» στο επίπεδο του αερίου όταν αυτό απαιτείται για να καλύψει τη ζήτηση, μεταφέροντας άμεσα στη βιομηχανία τόσο τη μεταβλητότητα όσο και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που επηρεάζουν την αγορά καυσίμων. Παράλληλα, το κόστος των εκπομπών CO₂ προστίθεται στη χονδρεμπορική τιμή, επιβαρύνοντας περαιτέρω το τελικό κόστος ενέργειας. Οι παρεμβάσεις μειώνουν μέρος αυτής της επιβάρυνσης, δεν αλλάζουν όμως τον μηχανισμό που τη δημιουργεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες παραμένει καθοριστική. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αφθονία φθηνού φυσικού αερίου συγκρατεί το ενεργειακό κόστος σε χαμηλότερα επίπεδα, ενώ στην Κίνα η κρατική παρέμβαση λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης για τη βιομηχανία. Αντίθετα, στην Ευρώπη το κόστος καθορίζεται από την αγορά και επιβαρύνεται επιπλέον από το σύστημα ρύπων, δημιουργώντας ένα διαρθρωτικό μειονέκτημα που δεν μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μέσω επιδοτήσεων.
Κοντολέων: Η αντιστάθμιση δεν αρκεί – Καθυστερήσεις, «κουρέματα» και κενά στήριξης
Ενδεικτική της πίεσης που ασκείται στον κλάδο είναι και η τοποθέτηση του προέδρου της ΕΒΙΚΕΝ, Δημήτρη Κοντολέοντα, λίγη ώρα πριν την ανακοίνωση των μέτρων, από το βήμα του 7ου Power & Gas Forum. Όπως ανέφερε, η βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς επαρκή θωράκιση, με το ενεργειακό κόστος να επιμένει και τους μηχανισμούς ενίσχυσης να μην αποδίδουν στον βαθμό που απαιτείται.
Στάθηκε ιδιαίτερα στην αντιστάθμιση CO₂, επισημαίνοντας ότι, ενώ προβλέπεται η διάθεση ποσοστού 20% έως 25% των σχετικών εσόδων προς τη βιομηχανία, στην πράξη αυτό δεν αποδίδεται πλήρως ούτε εγκαίρως. Όπως υπογράμμισε, το εργαλείο αυτό, ακόμη και όταν εφαρμόζεται, δεν επαρκεί για να καλύψει το πραγματικό κόστος που επιβαρύνει την ενεργοβόρο βιομηχανία, ιδίως σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών ενέργειας.
Παράλληλα, ανέδειξε τις καθυστερήσεις σε πληρωμές προηγούμενων ετών, με εκκρεμότητες που αφορούν ακόμη και το 2023, καθώς και αντίστοιχα ζητήματα σε άλλους μηχανισμούς, όπως το ΕΤΜΕΑΡ, όπου ποσά παραμένουν απλήρωτα από το 2022, επιβαρύνοντας τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύσεων, σημειώνοντας ότι η δυνατότητα επιδότησης έως 50% του ενεργειακού κόστους δεν λειτουργεί προσθετικά με την αντιστάθμιση, αλλά συμψηφίζεται με αυτήν, οδηγώντας σε περιορισμό του τελικού οφέλους. Όπως τόνισε, η συνολική εικόνα είναι αυτή ενός πλαισίου στήριξης που, παρά την ύπαρξή του, δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες της βιομηχανίας.
Το βασικό ερώτημα: Ανάσα ή πραγματική σύγκλιση κόστους;
Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο ένα πακέτο τέτοιου μεγέθους μπορεί να καλύψει ένα διαρθρωτικό χάσμα κόστους που πηγάζει από τον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Οι παρεμβάσεις δίνουν ανάσα και βελτιώνουν τη βραχυπρόθεσμη εικόνα, δεν μεταβάλλουν όμως το γεγονός ότι η τιμή της ενέργειας εξακολουθεί να καθορίζεται από το φυσικό αέριο και το κόστος των ρύπων. Και όσο αυτές οι δύο παράμετροι παραμένουν κυρίαρχες, η ευρωπαϊκή –και κατ’ επέκταση η ελληνική– βιομηχανία θα συνεχίσει να λειτουργεί με ένα μόνιμο ανταγωνιστικό μειονέκτημα απέναντι σε άλλες μεγάλες οικονομίες.