Όσο περισσότερο διαρκεί η διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ, τόσο πιο περίπλοκη γίνεται η μελλοντική αποκατάσταση των ενεργειακών ροών. Και, ενώ οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν σαφώς να υποχωρήσουν απότομα όταν και εφόσον επιτευχθεί κάποια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, στην πλειονότητά τους ξένοι αναλυτές τονίζουν ότι για να υπάρξει μια βιώσιμη πτωτική τάση, θα πρέπει να βελτιωθούν τα θεμελιώδη της αγοράς πετρελαίου.
Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό είναι πιθανό να το δούμε κάπου στις αρχές του 2027. Όπως σημειώνει σε ανάλυσή της η Capital Economics, η ταχύτητα με την οποία θα επιστρέψει η ομαλότητα θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στη ναυσιπλοΐα και στο επίπεδο της παραγωγής.
Στο μέτωπο της ναυσιπλοΐας, οι διελεύσεις μέσω των Στενών μέχρι πριν από λίγες ημέρες παρέμεναν πολύ μακριά από τα φυσιολογικά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία της UBS, το τελευταίο διάστημα από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται κατά μέσο όρο μόλις 3 πλοία τη μέρα.

Προϋπόθεση για την επαναφορά της παραγωγής πετρελαίου στα προπολεμικά επίπεδα αποτελεί η επιστροφή δεξαμενόπλοιων στην περιοχή, ώστε να παραλάβουν πετρέλαιο που βρίσκεται σήμερα αποθηκευμένο. Κάτι που μάλλον θα αποδειχθεί πιο δύσκολο απ’ όσο ακούγεται, καθώς πολλά δεξαμενόπλοια έχουν αναδρομολογηθεί προκειμένου να παραλάβουν φορτία από άλλες περιοχές, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ και την Ερυθρά Θάλασσα, και φυσικά δεν… περιμένουν αδρανή για να επιστρέψουν στον Κόλπο.
Σε ό,τι αφορά τα πλοία που ήδη βρίσκονται εγκλωβισμένα στην περιοχή, θα πρέπει να λυθεί το πρόβλημα με τις θαλάσσιες νάρκες, το καθεστώς των ιρανικών ελέγχων ή διοδίων, ακόμη και το ζήτημα της συσσώρευσης… οστρακοειδών στα κύτη των πλοίων (biofouling).
Ειδικά το θέμα του biofouling, όσο κι αν μοιάζει δευτερεύον σε σχέση με το μέγεθος της παγκόσμιας διαταραχής που έχει προκαλέσει ο πόλεμος, αποτελεί μια υπαρκτή τεχνική και επιχειρησιακή παράμετρο για τη ναυτιλία. Όταν δεξαμενόπλοια παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ακινητοποιημένα ή κινούνται με εξαιρετικά χαμηλές ταχύτητες, ιδιαίτερα σε θερμά νερά όπως αυτά του Περσικού Κόλπου, η συσσώρευση θαλάσσιων οργανισμών στα κύτη μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Αυτό επηρεάζει την αποδοτικότητα των πλοίων, αυξάνει την κατανάλωση καυσίμου και ενδέχεται να απαιτήσει επιθεωρήσεις, καθαρισμούς ή ακόμη και εργασίες συντήρησης πριν από την πλήρη επιστροφή τους σε κανονικούς ρυθμούς δραστηριότητας.
Υπ’ αυτές τα συνθήκες, θεωρείται απίθανη μια γρήγορη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα επίπεδα προ του πολέμου.
Αναφορικά με τις διαθεσιμότητες, στο καλύτερο σενάριο, σύμφωνα με την Capital Economics, μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες ώστε τα πλοία να αναδρομολογηθούν. Στο χειρότερο σενάριο, η έλλειψη διαθέσιμων πλοίων θα μπορούσε να αποτελέσει περιοριστικό παράγοντα για μήνες και να καθυστερήσει τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής. Ασφαλώς, πολλά θα εξαρτηθούν και από το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης για τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά.
Αποκατάσταση παραγωγής
Το δεύτερο πεδίο σοβαρής αβεβαιότητας αφορά τον ρυθμό με τον οποίο οι εγκαταστάσεις παραγωγής και διύλισης πετρελαίου στον Κόλπο θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα προπολεμικά τους επίπεδα.
Το θετικό είναι ότι οι πετρελαϊκές υποδομές σε μεγάλο βαθμό έχουν αποφύγει τις εκτεταμένες ζημιές που έχουν υποστεί οι εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στην περιοχή. Επιπλέον, με δεδομένο ότι η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατάφεραν σε κάποιο βαθμό να χρησιμοποιήσουν αγωγούς για να παρακάμψουν τα Στενά, η μείωση της παραγωγής πετρελαίου περιορίστηκε στο 30%-40%.
Την ίδια στιγμή όμως, η παραγωγή πετρελαίου στο Ιράκ και στο Κουβέιτ έχει σχεδόν σταματήσει, κάτι που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα, όπως απώλεια πίεσης στα κοιτάσματα. Παράλληλα, ενώ έχουν αποφευχθεί εκτεταμένες ζημιές στα πεδία εξόρυξης, είναι πιθανό να υπάρχουν επιμέρους ζημιές σε διυλιστήρια που θα γίνουν εμφανείς μόνο με την πάροδο του χρόνου, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει αστάθεια στην επανεκκίνηση των εξαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων.
Η ίδια η Capital Economics σχολιάζει ότι η βασική της εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το 80% των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να αποκατασταθεί εντός δύο μηνών και η «κανονικότητα» να επιστρέψει μέσα σε 3-6 μήνες, πλέον φαίνεται να βρίσκεται προς το αισιόδοξο άκρο του φάσματος. Μια ουσιαστική βελτίωση του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης στην αγορά πετρελαίου πιθανότατα θα συμβεί «αρκετά βαθιά μέσα στο 2027».
Πολυπαραγοντική εξίσωση
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάλυση της Commerzbank, σχετικά με τους παράγοντες που θα καθορίσουν τον ρυθμό της ανάκαμψης. Σε πρώτη φάση, η απομάκρυνση των θαλάσσιων ναρκών θα μπορούσε να διαρκέσει έως και έξι μήνες. Μόνο όταν ολοκληρωθεί πλήρως η εκκαθάριση οι ασφαλιστικές εταιρείες θα είναι διατεθειμένες να ασφαλίζουν τις διελεύσεις πλοίων με σχετικά φυσιολογικούς όρους. Μέχρι τότε, είναι πιθανό μόνο λίγες συνοδευόμενες νηοπομπές να μπορούν να περνούν από τα Στενά μέσω ενός στενού θαλάσσιου διαδρόμου, όπως συμβαίνει ήδη σήμερα με ορισμένα πλοία.
Αφού ολοκληρωθεί η εκκαθάριση, σύμφωνα με εκτιμήσεις του IEA, ενδέχεται να απαιτηθούν ακόμη δύο έως τρεις μήνες ώστε η εξαγωγική δραστηριότητα να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Δεύτερος παράγοντας, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τα οποία μάλιστα διαφέρουν ανά χώρα. Για το Ιράκ, για παράδειγμα, το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η περιορισμένη αποθηκευτική ικανότητα. Επίσης, όπως ισχύει και για το Κουβέιτ, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από προμήθειες υλικών από το εξωτερικό, γεγονός που θα μπορούσε να καθυστερήσει τις επισκευές σε κατεστραμμένες εγκαταστάσεις.
Αντίθετα, για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι πιο εύκολο να επιταχύνουν την επανεκκίνηση των εξαγωγών τους. Η Σαουδική Αραβία έχει δημιουργήσει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου, που εκτιμώνται σε περίπου 170 εκατ. βαρέλια αργού και επιπλέον 70 εκατ. βαρέλια σε παράγωγα. Αυτά τα αποθέματα θα μπορούσαν θεωρητικά να διατεθούν άμεσα στην αγορά. Επίσης, τα ΗΑΕ διαθέτουν επίσης σημαντική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, την οποία ασφαλώς θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν μετά την αποχώρησή τους από τον OPEC.
Ένα τρίτο εμπόδιο είναι οι ζημιές στις υποδομές και στις παραγωγικές εγκαταστάσεις, η πλήρης έκταση των οποίων δεν είναι ακόμη σαφής. Σύμφωνα με τον IEA, κάποιες εγκαταστάσεις διύλισης θα χρειαστούν έως και τρία χρόνια προκειμένου να επιστρέψου σε προπολεμικά επίπεδα δραστηριότητας.
Επομένως, η αποκατάσταση της παραγωγής και η πλήρης ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας είναι μια πολυπαραγοντική εξίσωση και, όπως και η Capital Economics, έτσι και η Commerzbank θεωρεί ότι η δυναμικότητα και διαθεσιμότητα του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πότε αυτοί οι όγκοι θα φτάσουν τελικά στην αγορά ώστε αυτή να τροφοδοτηθεί ξανά επαρκώς.



