Σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού και χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων, η διατήρηση υψηλών καταθετικών υπολοίπων έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ουδέτερη επιλογή και μετατρέπεται σε πηγή δομικής υποαπόδοσης.
Για τους Έλληνες αποταμιευτές — ιδιώτες, επαγγελματίες και επιχειρήσεις — το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη χαμηλή πραγματική απόδοση των καταθέσεων, αλλά και το αυξανόμενο χαμένο κόστος ευκαιρίας από τη μη συμμετοχή στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Παρά τη σταδιακή βελτίωση των ονομαστικών επιτοκίων, οι τραπεζικές καταθέσεις εξακολουθούν να προσφέρουν μηδαμινές αποδόσεις και χαμηλότερες του πληθωρισμού. Στην ελληνική αγορά, οι προθεσμιακές καταθέσεις για διάρκεια 6 - 12 μηνών κινούνται, κατά μέσο όρο, στην περιοχή του 1% – 1,3% μικτού επιτοκίου, με επιλεγμένες προσφορές — κυρίως για μεγαλύτερα ποσά ή μέσω ψηφιακών καναλιών — να φτάνουν έως το 1,7% – 2% μικτό. Σε καθαρούς όρους, μετά τον φόρο 15% στους τόκους, η απόδοση διαμορφώνεται περίπου στο 0,85% – 1,7%. Τα επίπεδα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις, παραμένουν αισθητά χαμηλότερα του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα το πραγματικό επιτόκιο να είναι αρνητικό και η αγοραστική δύναμη των καταθέσεων να διαβρώνεται σταδιακά.
Το χαμένο story του Χρηματιστηρίου Αθηνών
Την ίδια περίοδο, το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει καταγράψει ιδιαίτερα ένα ισχυρό πενταετές ράλι, με τον Γενικό Δείκτη να κινείται σε υψηλά 16ετίας. Σε ορίζοντα 12 μηνών, η άνοδος ξεπερνά το 50%, ενώ σε ορίζοντα εξαμήνου κινείται στην περιοχή του +16% έως +17%. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν με σαφήνεια τη χαμένη ευκαιρία για όσους παρέμειναν αποκλειστικά σε καταθέσεις.
Παρά τη δυναμική της αγοράς, η συμμετοχή των Ελλήνων επενδυτών παραμένει περιορισμένη, αντανακλώντας τη διαχρονική προτίμηση στη ρευστότητα και τη βαθιά αποστροφή στο ρίσκο. Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό πλήγμα: από τη μία πλευρά η αρνητική πραγματική απόδοση στις καταθέσεις και από την άλλη η απώλεια συμμετοχής σε έναν ισχυρό ανοδικό κύκλο της εγχώριας αγοράς μετοχών.
Ομολογιακά αμοιβαία: το ενδιάμεσο επίπεδο απόδοσης
Σε αυτό το πλαίσιο, τα συντηρητικά ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια και τα money market funds συνεχίζουν να λειτουργούν ως ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ τραπεζικής κατάθεσης και μετοχικής επένδυσης. Οι ενδεικτικές ετησιοποιημένες αποδόσεις κινούνται σήμερα στην περιοχή του 2,5% – 4%, ανάλογα με τη διάρκεια, τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου και το προφίλ κινδύνου.
Τα money market funds κινούνται συνήθως γύρω στο 2,8% – 3,5%, ενώ ομολογιακά μικρής διάρκειας μπορούν, με χαμηλή αλλά υπαρκτή μεταβλητότητα, να προσεγγίσουν και το 3,5% – 4,5%. Το χάσμα έναντι των τραπεζικών καταθέσεων είναι πλέον σαφές και μετρήσιμο, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της πιο ενεργής διαχείρισης ρευστότητας.
Διαφοροποίηση αντί για απόλυτη συντηρητικότητα
Το βασικό ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση των καταθέσεων από επενδύσεις υψηλού ρίσκου, αλλά η ισορροπημένη διαφοροποίηση. Ακόμη και περιορισμένη έκθεση σε μετοχικές αγορές, σε συνδυασμό με συντηρητικά προϊόντα σταθερού εισοδήματος, μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά το συνολικό προφίλ απόδοσης και να μειώσει τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο υποαπόδοσης. Η περιορισμένη συμμετοχή των Ελλήνων στο χρηματιστήριο δεν ερμηνεύεται μόνο με όρους χρηματοοικονομικής στρατηγικής, αλλά και με όρους συμπεριφορικής οικονομικής. Η εμπειρία της κρίσης, των capital controls και της μεγάλης πτώσης της αγοράς άφησε βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική στάση απέναντι στο ρίσκο.
Ωστόσο, σε περιβάλλον διαρθρωτικά χαμηλών πραγματικών αποδόσεων στις καταθέσεις, η παρατεταμένη αποχή από τις αγορές μετατρέπεται από αμυντική στάση σε παράγοντα δομικής υποαπόδοσης.