Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο ισχυρούς πόλους: Tην εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε θέματα ασφάλειας και την οικονομική της εξάρτηση από την Κίνα. Αυτή η λεπτή ισορροπία ενδέχεται σύντομα να δοκιμαστεί εκ νέου, όπως εκτιμούν οι αναλυτές της UniCredit, για δύο βασικούς λόγους.
Πρώτον, οι κινεζικές επιχειρήσεις ενδέχεται να ανακατευθύνουν μέρος των εξαγωγών τους από τις ΗΠΑ προς την ευρωπαϊκή αγορά. Δεύτερον, το νέο πλαίσιο εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ-ΕΕ, αν και προσέφερε κάποια βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, δημιούργησε και νέες υποχρεώσεις (μαζικές αγορές ενέργειας και αυξημένες άμεσες ξένες επενδύσεις) τις οποίες η Ευρώπη ίσως δυσκολευτεί να υλοποιήσει το 2026-2027.
Η UniCredit δεν αποκλείει μάλιστα το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να κατηγορήσει εκ νέου την ΕΕ ότι δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της, επαναφέροντας την απειλή δασμών.
Κατακερματισμός
Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες για ενίσχυση της άμυνας, εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αναβάθμιση της στρατηγικής αυτονομίας, η πραγματικότητα παραμένει πιο σύνθετη.
Η Γηραιά Ήπειρος δείχνει αποφασισμένη να κινηθεί προς σε πιο «γεωπολιτικό»… βηματισμό, ωστόσο η πρόοδος παραμένει αποσπασματική και κατακερματισμένη. Οι εθνικές πρωτοβουλίες εξακολουθούν να υπερισχύουν των συλλογικών, ενώ οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση και η απροθυμία για κοινή ανάληψη κινδύνου περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών εργαλείων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός για την περίοδο 2028-2034. Παρότι δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, την άμυνα και τα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, παραμένει συγκρατημένος σε μέγεθος και φιλοδοξίες, όπως σχολιάζει η UniCredit. Οι αντιδράσεις των λεγόμενων «φειδωλών» κρατών-μελών δείχνουν ότι η διάθεση για κοινή δημοσιονομική δράση παραμένει περιορισμένη, περιορίζοντας την ικανότητα της Ένωσης να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός παίκτης αντίστοιχου βεληνεκούς με τις ΗΠΑ ή την Κίνα.
Άμυνα
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ζήτημα της άμυνας. Παρότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν δεσμευθεί για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, η υλοποίηση παραμένει ανισοβαρής. Η Γερμανία κινείται ταχύτερα, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία που διαθέτει, ενώ άλλες χώρες ακολουθούν πιο συγκρατημένη πορεία.
Το SAFE φιλοδοξεί να ενισχύσει τη συλλογική αμυντική ικανότητα και τη βιομηχανική συνεργασία στην ΕΕ, όμως η επιτυχία του θα κριθεί από το κατά πόσο τα κράτη-μέλη θα το αξιοποιήσουν ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά.
Ο αδύναμος κρίκος
Στο μεταξύ, η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένει ο αδύναμος κρίκος. Η Έκθεση Ντράγκι κατέδειξε ότι μόνο ένα μικρό μέρος των μεταρρυθμιστικών προτάσεων έχει υλοποιηθεί, ενώ η απόσταση από τις ΗΠΑ και την Κίνα σε τεχνολογία, καινοτομία και επενδύσεις συνεχίζει να διευρύνεται.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να απαντήσει μέσω της Πράσινης Συμφωνίας και της εμβάθυνσης της Ενιαίας Αγοράς, ωστόσο τα αποτελέσματα θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική βούληση των κρατών-μελών να προχωρήσουν σε δύσκολες εθνικές μεταρρυθμίσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος κρίσιμων δοκιμασιών για την Ευρώπη. Η UniCredit δεν περιμένει κάποια θεαματική στροφή ή ριζικές τομές, γεγονός που αφήνει προς το παρόν ανοιχτό το ερώτημα για το αν οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες θα μπορέσουν να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή συνοχή και αξιοπιστία, σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ταχύτατα.