Η ανεξαρτησία της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας είναι η κρίσιμη δικλείδα ασφαλείας μιας οικονομίας, που διασφαλίζει ότι κρίσιμες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής θα λαμβάνονται με γνώμονα τα οικονομικά δεδομένα, αντί να υπαγορεύονται από βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους και σκοπιμότητες.
Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ να θέσει υπό τον έλεγχό του την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν αφορά μόνο την επιτοκιακή πολιτική, όπως ο ίδιος φροντίζει να προβάλλει δημόσια ως αφορμή. Αντιθέτως, αφορά κάθε πτυχή λειτουργίας της Fed. Διότι η ανεξαρτησία μιας κεντρικής τράπεζας έχει πολλές διαστάσεις: ανεξαρτησία στόχων, ανεξαρτησία εργαλείων (να επιλέγει ποια νομισματικά μέσα θα χρησιμοποιήσει για να πετύχει τους στόχους), λειτουργική ανεξαρτησία, οικονομική ανεξαρτησία (να διαχειρίζεται τον προϋπολογισμό της χωρίς εξάρτηση από την κυβέρνηση) και προσωπική ανεξαρτησία (στελέχη με σταθερή θητεία και προστασία από πολιτικές πιέσεις).
Αυτή η ανεξαρτησία είναι που προστατεύει μακροπρόθεσμα μια οικονομία από υπερβολικό πληθωρισμό, διατηρεί την εμπιστοσύνη των αγορών και ενισχύει την οικονομική σταθερότητα.
Τις προηγούμενες ημέρες, ξένοι αναλυτές εξηγούσαν ότι ο Τραμπ δεν πρόκειται να πετύχει άμεσα τον στόχο του για μείωση επιτοκίων από τη Fed, απλώς και μόνο «απολύοντας» τη Λίζα Κουκ. Πράγματι, θα δούμε παρακάτω για ποιο λόγο. Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου, είναι ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει ως μοναδικό στόχο τη μείωση των επιτοκίων. Για την ακρίβεια, θα ήταν μάλλον αφελές να πιστέψει κανείς ότι ένας Πρόεδρος με τα χαρακτηριστικά -και τα δείγματα γραφής- του Ντόναλντ Τραμπ θα έθετε υπό τον έλεγχό του την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, την πιο ισχυρή κεντρική τράπεζα του κόσμου, μόνο και μόνο για να περιορίσει τις παρεμβάσεις του στο επίπεδο της επιτοκιακής πολιτικής…
«Κλειδί» οι περιφερειακές Fed
Η απόφαση του Τραμπ να «απολύσει» τη Λίζα Κουκ είναι η πιο πρόσφατη κίνηση τακτικής, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου. Όπως εξηγεί η UniCredit, εφόσον η απομάκρυνσή της οριστικοποιηθεί, ο Τραμπ θα αποκτήσει πλειοψηφία 4-3 στο Διοικητικό Συμβούλιο, χωρίς όμως να ελέγχει την FOMC, το όργανο που αποφασίζει για τη νομισματική πολιτική. Η σύνθεση της FOMC περιλαμβάνει, πέρα από τα μέλη του Δ.Σ., τον πρόεδρο της Fed Νέας Υόρκης (μόνιμο μέλος) και τέσσερις από τους έντεκα προέδρους των περιφερειακών τραπεζών, που συμμετέχουν εκ περιτροπής. Οι τελευταίοι, με πενταετή θητεία, δεν επιλέγονται από τον Λευκό Οίκο ή τη Γερουσία αλλά από τα δικά τους, ιδιωτικά, διοικητικά συμβούλια.
Ωστόσο, οι (επανα)διορισμοί τους πρέπει να εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Fed, με το επόμενο κρίσιμο χρονικό «παράθυρο» να ανοίγει τον Φεβρουάριο του 2026. Διαφορετικά, η επόμενη τέτοια ευκαιρία θα προκύψει το 2031, όταν η θητεία του Τραμπ θα έχει λήξει προ πολλού.
Εκεί βρίσκεται, σύμφωνα με την UniCredit, η σημασία της απομάκρυνσης της Κουκ. Αποτελεί προετοιμασία ενόψει του Φεβρουαρίου, και όχι άμεσο εργαλείο για επιθετικές μειώσεις επιτοκίων. Ο Τραμπ επιδιώκει να ελέγξει το Δ.Σ., ώστε μέσω αυτού να ελέγχει το σύνολο των μελών της FOMC και να «περάσει» τις μειώσεις επιτοκίων που ο ίδιος θέλει. «Ακόμη και τότε, είναι αμφίβολο αν θα επιτύχει όλες τις μειώσεις επιτοκίων που επιδιώκει, εκτός αν επιδεινωθεί σημαντικά η οικονομία» εκτιμά η UniCredit, αλλά ως προς αυτό, ίσως οι αναλυτές της ιταλικής τράπεζας να υπερβολικά αισιόδοξοι.
Αχαρτογράφητα νερά
Η «απόλυση» της Λίζα Κουκ, η οποία ανακοίνωσε ότι θα μηνύσει τον Ντόναλντ Τραμπ, εξελίσσεται σε μια κρίσιμη μάχη για το ποιος πραγματικά ελέγχει την πιο ισχυρή κεντρική τράπεζα του κόσμου, αναφέρει σε ανάλυσή του το Axios, εξηγώντας ότι αν ο Τραμπ καταφέρει να την απομακρύνει, θα δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Θα μπορούσε να παγιωθεί η αντίληψη ότι ο Πρόεδρος έχει «ουσιαστική διακριτική ευχέρεια» να ορίζει τι συνιστά «αιτία απομάκρυνσης» στο μέλλον.
Το Axios υπογραμμίζει επίσης την ασάφεια γύρω από το τρέχον καθεστώς της Κουκ. Αν δηλαδή εξακολουθεί να είναι μέλος του Δ.Σ., αν έχει πρόσβαση στο γραφείο ή στο email της, και αν θα συμμετείχε σε μια συνεδρίαση πολιτικής αν αυτή γινόταν σήμερα. Και όλα αυτά, ενώ σε τρεις εβδομάδες συνεδριάζει η FOMC που εκτιμάται ότι θα μειώσει τα αμερικανικά επιτόκια κατά 0,25%.
Όπως επισημαίνει η UniCredit, δεν είναι σαφές αν το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο διαθέτει ξεκάθαρη συντηρητική πλειοψηφία, θα υποστηρίξει τον Λευκό Οίκο. Μέχρι στιγμής, έχει δώσει σημαντική ελευθερία στον Τραμπ να απολύει μέλη ομοσπονδιακών υπηρεσιών. Ωστόσο, τον Μάιο είχε θέσει ένα όριο σχετικά με τη Fed, ισχυριζόμενο ότι «πρόκειται για έναν μοναδικά δομημένο, ημιανεξάρτητο φορέα» που ακολουθεί τη δική του ξεχωριστή ιστορική παράδοση.
Στο βάθος... «φούσκα»
Αν επιβεβαιωθούν οι χειρότεροι φόβοι των αναλυτών -και προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος για να πιστεύουμε ότι θα διαψευστούν- τα χειρότερα θα έρθουν στο μέλλον.
Ο αρθρογράφος του Bloomberg, John Authers, έγραφε προ ημερών ότι τα στεγαστικά επιτόκια στις ΗΠΑ, για τα οποία «καίγεται» ο Τραμπ, δεν πρόκειται να μειωθούν αυτόματα μέσα από τη μείωση των επιτοκίων της Fed. Αντιθέτως, η ιστορία δείχνει ότι συνδέονται στενά με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων και έχει συμβεί στο παρελθόν να αυξηθούν, ακόμα κι όταν η Fed μείωνε το επιτόκιο. Το ίδιο ακριβώς σχολίασε σε πρόσφατη ανάλυσή της και η Morgan Stanley.
Αυτό ανοίγει, σύμφωνα με τον Authers, το ενδεχόμενο ο Τραμπ να προχωρήσει σε ένα «Plan B» αν δεν πάρει αυτό που θέλει. Δηλαδή, σε μια άμεση παρέμβαση στις αγορές ομολόγων, στα πρότυπα της ποσοτικής χαλάρωσης του 2009, με απευθείας αγορές τίτλων που συνδέονται με στεγαστικά δάνεια. Μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε μια μορφή χρηματοπιστωτικής καταστολής (financial repression), δηλαδή άμεση προσπάθεια της κυβέρνησης να πιέσει τεχνητά προς τα κάτω τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, με σημαντικές συνέπειες για τις χρηματαγορές και τους επενδυτές.
Οι οποίοι επενδυτές, με τη σειρά τους, μέχρι στιγμής δείχνουν να αδιαφορούν για τις εξελίξεις στη Fed και να εστιάζουν περισσότερο στο βραχυπρόθεσμο κέρδος. Αυτή η ηρεμία στις αγορές αντικατοπτρίζει εν μέρει την εικόνα σε επίπεδο θεμελιωδών μεγεθών, αλλά ταυτόχρονα εμπεριέχει την προσδοκία για περισσότερο «φθηνό χρήμα». Κάτι που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε στρεβλώσεις και σε αποτιμήσεις που, τελικά, δεν θα ανταποκρίνονται στα θεμελιώδη.
Πράγματι, βραχυπρόθεσμα, τα χαμηλότερα επιτόκια σημαίνουν φθηνότερο δανεισμό για εταιρείες και νοικοκυριά, ωστόσο, τα οφέλη αυτά είναι συνήθως προσωρινά. Η απώλεια ανεξαρτησίας της Fed μπορεί να αυξήσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να αναγκάσει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να αυξήσει απότομα τα επιτόκια στο μέλλον, προκαλώντας αναταράξεις στις αγορές και δυσκολίες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ήδη η καμπύλη αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων δείχνει ότι οι επενδυτές περιμένουν υψηλότερο πληθωρισμό. Χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, και το σχόλιο του Bill Dudley, επίσης αθρογράφου του Bloomberg, και πρώην διοικητή της Fed της Νέας Υόρκης: «Δεν ήμουν ιδιαίτερα ανήσυχος για τη Fed. Τώρα είμαι».
Αν λοιπόν ο Τραμπ επιμείνει σε πολύ χαμηλά επιτόκια, για μεγάλο διάστημα, πιέζοντας τη Fed να κινηθεί με μοναδικό γνώμονα τις δικές του πολιτικές στοχεύσεις και όχι τα πραγματικά δεδομένα στην οικονομία, τότε ο κίνδυνος να δημιουργηθούν φούσκες στην αγορά αυξάνεται κατακόρυφα.
Φωτογραφία Getty Images / Ideal Images