Ελλάδα
01-02-2021 | 08:07

Φιωτάκης (Glen Point): Δύσκολη η πρόσβαση στην εγχώρια αγορά για μια μεγάλη δεξαμενή κεφαλαίων

Φιωτάκης (Glen Point): Δύσκολη η πρόσβαση στην εγχώρια αγορά για μια μεγάλη δεξαμενή κεφαλαίων
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Ερωτηματικά γύρω από την εξελισσόμενη πορεία των εμβολιαστικών προγραμμάτων και κινδύνους από τις μεταλλάξεις του στελέχους του κορονοϊού εντοπίζει ο επικεφαλής αναλυτής της Glen Point Capital Θέμος Φιωτάκης, σε συνέντευξή του στο insider.gr.

Ξεδιπλώνοντας το «κουβάρι» της πανδημίας και των επιπτώσεών της στην ελληνική οικονομία και στις αγορές, ο κ. Φιωτάκης εκτιμά πως από το δεύτερο μισό της χρονιάς θα καταγραφεί μια «εκρηκτική» ανάπτυξη, καθώς η οικονομία θα ανοίξει και οι καταναλωτές θα καλύψουν ανάγκες που δεν μπορούσαν για περισσότερο από ένα χρόνο.

Από την άλλη, δεδομένου του ισχυρού πλήγματος που δέχθηκε ο τουριστικός κλάδος της χώρας και της άμεσης και έμμεσης συμβολής του στο ελληνικό ΑΕΠ, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να σωθεί η φετινή τουριστική περίοδος. Σύμφωνα με τον αναλυτή της Glen Point, εάν η Ελλάδα και ευρύτερα η Ευρώπη καταφέρουν να εμβολιάσουν μια κρίσιμη μάζα ευάλωτων στρωμάτων, τότε θα φανεί φως στην άκρη του τούνελ του τουρισμού.

Ωστόσο όπως δηλώνει ο κ. Φιωτάκης «ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να απαιτηθούν νέα εμβόλια -το οποίο αυτή τη στιγμή δεν είναι πιθανό- λόγω των μεταλλάξεων του κορονοϊού. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρότατα προβλήματα, καθυστερώντας την ανάπτυξη για μήνες και οδηγώντας αρκετές υγιείς επιχειρήσεις στο χείλος της χρεοκοπίας».

Στο κρίσιμο ερώτημα εάν το 2021 θα είναι έτος ορόσημο για τις ελληνικές τράπεζες σε ό,τι αφορά την απομείωση των NPLs, ειδικά καθώς οδεύει προς υλοποίηση η bad bank από την Τράπεζα της Ελλάδος προσφέροντας και μία δεύτερη λύση πέραν του σχεδίου «Ηρακλής», και στο κατά πόσο θα υπάρξουν νέες ανακεφαλαιοποιήσεις στις τράπεζες ο έμπειρος αναλυτής επισημαίνει πως «όλα θα εξαρτηθούν απο τις επιλογές του οικονομικού επιτελείου. Σίγουρα υπάρχει επαγρύπνηση και διάθεση ώστε να καταγραφεί πρόοδος. Ωστόσο τα νέα NPLs που θα προκύψουν από την πανδημία περιπλέκουν τους χειρισμούς της κυβέρνησης. Δυστυχώς ορισμένες από τις πολιτικές επιλογές του 2015 θα πάρουν χρόνια για να επιλυθούν έχοντας ένα μεγάλο οικονομικό κόστος, ενώ το ζήτημα των NPLs θα αποτελεί «τροχοπέδη» στη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική».

«Το θετικό σε αυτή τη περίπτωση», όπως συμπληρώνει ο κ. Φιωτάκης, «είναι οτι η Ευρώπη έχει αλλάξει, και κάποιες αυστηρές πολιτικές του παρελθόντος έχουν μετατραπεί σε κινήσεις αλληλεγγύης. Αυτό δημιουργεί ένα «παράθυρο» ευκαιρίας για την κυβέρνηση να προωθήσει τις δικές της επιλογές».

Παράλληλα το τεράστιο δίχτυ προστασίας που έχει απλώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πάνω από την Ευρωζώνη έχει οδηγήσει τα ελληνικά ομόλογα σε ιστορικά χαμηλά, διευκολύνοντας τις κινήσεις του οικονομικού επιτελείου σε ό,τι αφορά τις ομολογιακές εκδόσεις, με φόντο τη βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα. Από την άλλη ωστόσο, έχει να διαχειριστεί το μεγάλο «αγκάθι» του investment grade.

Όπως εξηγεί ο ίδιος «όταν τα επιτόκια είναι αρκετά χαμηλά τότε και το μεγαλύτερο χρέος γίνεται βιώσιμο. Η Ελλάδα λόγω των πολύ ορθών επιλογών της κυβέρνησης και της ΕΚΤ απολαμβάνει χαμηλότερα επιτόκια από τις ΗΠΑ. Σίγουρα αυτό δημιουργεί περιθώρια για ομαλοποίηση της αγοράς ομολογων και διευρύνει το φάσμα των οικονομικών επιλογών για τη χώρα». Παράλληλα, «όλο και περισσότερο, το χρέος (καθεαυτό) σταματά να αποτελεί τη δαμόκλειο σπάθη. Στο εξής οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να δώσουν μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομία», όπως συμπληρώνει ο αναλυτής του ισχυρού fund που διαχειρίζεται assets ύψους 3,3 δισ. δολαρίων.

Στο αν κυριαρχεί ο προβληματισμός γύρω από το πώς και πότε οι ισχυρότερες κεντρικές τράπεζες (ΕΚΤ, Fed) θα ξεκινήσουν σταδιακά να αποσύρουν τα προγράμματά τους (tapering) και το τι θα συμβεί στις αποδόσεις και στα spreads των υπερχρεωμένων πλέον οικονομιών του ευρωπαϊκού νότου και όχι μόνο, αν μείνουν χωρίς την στήριξη του PEPP, ο κ. Φιωτάκης απαντά αποφατικά τονίζοντας παράλληλα πως είναι το τελευταίο που τον προβληματίζει.

«Σαφώς κάποια στιγμή τα επιτόκια θα ανέβουν και πρόσκαιρα οι αγορές ίσως επηρεαστούν. Αλλά δε θεωρώ ότι υπάρχουν θεμελιώδεις πληθωριστικές πιέσεις για να αναγκάσουν τις κεντρικές τράπεζες σε μεγάλες αυξήσεις των επιτοκίων. Περαιτέρω, για δεκαετίες τα μακροπρόθεσμα επιτόκια τείνουν να πέφτουν λόγω της πτώσης των ρυθμών αύξησης στην παραγωγικότητα της παγκόσμιας οικονομίας και της ανόδου του παγκοσμίου χρέους. Αυτή η τάση δεκαετιών δε θεωρώ πως θα αλλάξει».

Μπαίνοντας στο ζήτημα της εγχώριας αγοράς που δείχνει να κινείται στα «απόνερα» του 2020, κλείνοντας τον πρώτο μήνα του έτους με απώλειες 7,35%, ο κ. Φιωτάκης εκτιμά πως «δυστυχώς το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν έχει το βάθος ρευστότητας και το εύρος των επιλογών για να προσελκύσει μεγάλες ξένες θεσμικές θέσεις. «Σίγουρα» όπως σημειώνει «υπάρχουν σοβαρές προτάσεις υπεραξίας στην εγχώρια αγορά, απλά είναι δύσκολη η πρόσβαση για μια μεγάλη δεξαμενή κεφαλαίων».

Τέλος, στο κατά πόσο οι αγορές κινδυνεύουν από μια τεχνολογική -και όχι μόνο- «φούσκα» ή από τις παράλογες αποτιμήσεις που βλέπουμε σε αρκετούς τίτλους, καθώς σε πρώτο πλάνο μπαίνουν οι προοπτικές και όχι τόσο τα θεμελιώδη μεγέθη, ο αναλυτής της Glen Point απαντά πως «παρά τις εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί πολλές από τις τεχνολογικές μετοχές δεν είναι «φούσκες».

«Υπάρχουν συγκεκριμένες μετοχές και τομείς που έχουν ανέβει σε πολύ υπερτιμημένα επίπεδα. Εκεί θα υπάρξουν απώλειες. Αλλά δε νομίζω οι απώλειες αυτές να είναι συστημικές για την οικονομία και τις αγορές. Επιπλέον είναι αρκετά νωρίς στον κύκλο, καθώς η Fed έχει τουλάχιστον ένα χρόνο εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής και οι κυβερνήσεις θα παραμείνουν υποστηρικτικές μέσω των δημοσιονομικών προγραμμάτων».

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.