Ολοκληρώθηκε η διαδικασία του ηλεκτρονικού διαγωνισμού για τη μακροχρόνια μίσθωση του παλιού ξενοδοχείου «Ξενία» της Χίου, του πρώτου από τα ομώνυμα ξενοδοχεία του ΕΟΤ που μισθώνεται σύμφωνα με τον διαγωνισμό- για 50 έτη.

Στον διαγωνισμό πλειοδότησε ο επιχειρηματικός όμιλος «Τσάκος» μέσω της εταιρείας -AVLUM ENTERPRISES COMPANY LIMITED.  H Avlum Enterprises, με έδρα την Κύπρο, ιδρύθηκε το 2005 και στο δ.σ. της μετέχει ο Νικόλαος Τσάκος, υιός του Καπετάνιου Παναγιώτη Τσάκου, ιδρυτή του ομίλου Tsakos Group που κατέχει σήμερα ηγετική θέση παγκοσμίως στις θαλάσσιες μεταφορές. Ο γεννημένος στη Χίο εφοπλιστής ίδρυσε αρχικά την Τsakos Shipping and Trading S.A., την εταιρεία από την οποία δημιουργήθηκε ο όμιλος Tsakos  Group, μέλος του οποίου είναι εταιρείες όπως η Tsakos Energy Navigation (TEN), η Tsakos Shipping κ.α. Η ΤΕΝ, στην οποία επικεφαλής είναι ο Ν. Τσάκος, αποτελεί την μακροβιότερη ελληνική εταιρία στο NYSE.

Σημειώνεται ότι η εταιρεία είναι και η βασική μέτοχος του εταιρικού σχήματος που έχει αναλάβει το έργο εκσυγχρονισμού της μαρίνας Χίου αλλά και την διαχείρισή της μετά την ολοκλήρωση της ανακατασκευής. 

Ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε έναντι ετησίου μισθώματος 30.000 ευρώ, ενώ ο μισθωτής αναλαμβάνει και την επισκευή του. Τιμή εκκίνησης για τη μίσθωση ήταν τα 16.000 ευρώ.

Το «Ξενία» της Χίου ανήκει στην ΕΤΑΔ (Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου) και ο διαγωνισμός για την μίσθωσή του διενεργήθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου για την αξιοποίηση των Ξενία σε όλη την Ελλάδα. Να υπενθυμίσουμε ότι σύντομα αναμένεται και η έναρξη αντίστοιχου διαγωνισμού για τα Ξενία σε Έδεσσα και Κομοτηνή.

Το ξενοδοχείο βρίσκεται στον κεντρικό παραλιακό δρόμο της πόλεως της Χίου και έχει κάλυψη περίπου 1.572,47 τ.μ., τα οποία αναπτύσσονται σε ισόγειο και 2 ορόφους, και έκταση οικοπέδου περίπου 1.668 τ.μ. Το ακίνητο με προηγούμενη χρήση ξενοδοχείου, δυναμικότητας 28 δωματίων (22 δίκλινα και 6 μονόκλινα) - 50 κλινών, βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το λιμάνι και το κέντρο της πόλης της Χίου, ενώ απέχει μόλις 2 χλμ. από το αεροδρόμιο.

Τα ξενοδοχεία ΞΕΝΙΑ

Για την ιστορία, Ξενία (Xenia Hotels) ήταν ένα Κρατικό Πρόγραμμα κατασκευής και λειτουργίας ξενοδοχείων του Ε.Ο.Τ. από το 1950 έως το 1974. Το Πρόγραμμα Ξενία στόχευε στην ανάπτυξη του τουρισμού και μέσω αυτής της προσπάθεια ολοκληρώθηκε η ανέγερση 40 ξενοδοχειακών μονάδων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως νησιά, αρχαιολογικούς χώρους, πλησίον κεντρικών οδικών αξόνων, αλλά και σε περιοχές με ιδιαίτερο τουριστικό ενδιαφέρον. Ξενοδοχεία «ΞΕΝΙΑ» συναντάμε σε περιοχές όπως: η Άνδρος, ο Πόρος, η Μύκονος, η Θάσος, η Ναύπακτος, η Αρχαία Ολυμπία, η Καλαμπάκα και το Ναύπλιο, αλλά και στα Ιωάννινα και τα Χανιά (τα οποία όμως έχουν πλέον κατεδαφιστεί).

Ο σκοπός του προγράμματος ήταν η δημιουργία «πρότυπων ξενοδοχειακών μονάδων», που θα προσέλκυαν την υψηλή ή μεσαία κοινωνική τάξη, προσφέροντας παράλληλα υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών. Τα κτήρια που κατασκευάστηκαν ήταν: ξενοδοχεία, τουριστικά περίπτερα, και motels που αποτέλεσαν τη νέα προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα, στην οποία απέβλεπε το ελληνικό Κράτος.

Το σχεδιασμό των ξενοδοχείων ανέλαβε μια σειρά αξιόλογων αρχιτεκτόνων με επικεφαλής τον Άρη Κωνσταντινίδη, που θεωρείται και ο σημαντικότερος σύγχρονος Έλληνας Αρχιτέκτονας στο πλαίσιο του Μοντέρνου Κινήματος. Από το 1957 έως το 1967 λοιπόν δημιουργείται  ένα «εργαστήριο αρχιτεκτονικής» που ήταν αποκλειστικά υπεύθυνο για τη μελέτη και την κατασκευή των «ΞΕΝΙΑ».

Ο αρχιτεκτονικός τους σχεδιασμός βασίστηκε στην εναρμόνιση με το φυσικό τοπίο, τη λιτότητα της έκφρασης, την οργάνωση των δωματίων σε πτέρυγες, την απλότητα και σαφήνεια της μορφής, την αξιοποίηση της θέας στους κοινόχρηστους χώρους και την ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε περιοχής. Σύγχρονα και παραδοσιακά υλικά συνδυάζονται αρμονικά ωστόσο το μπετόν είναι αυτό που υπερισχύει. Μέχρι και σήμερα τα κτήρια του προγράμματος αποτελούν δείγματα του πρωτοπόρου ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού ενώ είναι ένα κομμάτι της αρχιτεκτονικής ιστορίας της χώρας.

Ωστόσο τα περισσότερα εξ αυτών έμειναν για χρόνια κλειστά και μόνο τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες για την μίσθωση ή πώλησή τους και επαναλειτουργία τους.