Το υδρογόνο μπορεί να αποτελεί μία κατεξοχήν καθαρή λύση για την ενεργειακή μετάβαση όμως ο δρόμος όπως φαίνεται για τη διείσδυσή του στην αγορά είναι μακρύς. Απαιτούνται τολμηρές κυβερνητικές πολιτικές και επενδύσεις δισεκατομμυρίων, σύμφωνα με έρευνα της Bloomberg New Energy Finance (BNEF).

Αν και το κόστος παραγωγής υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές προσφέρει μια ενδεδειγμένη λύση τη μείωση των εκπομπών, οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν ριζικές αλλαγές και να επενδύσουν περί τα 150 δισ. δολάρια κατά την επόμενη δεκαετία για τη βελτίωση της τεχνολογίας στον τομέα αυτό.

Ήδη η εν λόγω τεχνολογία χρηματοδοτείται σήμερα από μεγάλες εταιρείες, αλλά η BNEF εκτιμά ότι αν οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο δεν διαθέσουν κεφάλαια ύψους 150 δισ. δολαρίων κατά τα επόμενα 10 χρόνια - λιγότερο από το ήμισυ του ποσού που σήμερα δαπανάται για επιδοτήσεις για κατανάλωση ορυκτών καυσίμων - οι συγκεκριμένοι στόχοι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν.

Οι προοπτικές του υδρογόνου σήμερα είναι περιορισμένες καθώς το κόστος της τεχνολογίας είναι υψηλό. Η λύση θα έρθει με «συντονισμό πολιτικών σε ολόκληρη την κυβέρνηση, πλαίσια για ιδιωτικές επενδύσεις και επενδύσεις περίπου 150 δισ. δολαρίων σε επιδοτήσεις κατά την επόμενη δεκαετία», δήλωσε ο Kobad Bhavanagri, επικεφαλής του κλάδου στο BNEF.

Προσδοκίες για μείωση του κόστους

Το κόστος της τεχνολογίας ηλεκτρολυτών για την παραγωγή υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές έχει μειωθεί κατά 40% την τελευταία πενταετία στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, ενώ τα κινεζικά συστήματα είναι 80% φθηνότερα από αυτά της Δύσης, σύμφωνα με το BNEF.

Αυτό ενθάρρυνε βιομηχανίες να διερευνήσουν μέτρα για την αντικατάσταση της χρήσης φυσικού αερίου με υδρογόνο, για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στο πλαίσιο των κλιματικών στόχων.

Για παράδειγμα, στην Ιαπωνία, η αυτοκινητοβιομηχανία Toyota επιδιώκει να δημιουργήσει πόλεις όπου οι μετακινήσεις θα γίνονται με χρήση υδρογόνου. 

Η BNEF δήλωσε ότι το κόστος παραγωγής ενός κιλού υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσε να μειωθεί σε ένα εύρος 1,14-2,71 δολαρίων ανά χιλιόγραμμο το 2030, σε σύγκριση με τα 2,53-4,57 δολάρια ανά χιλιόγραμμο τώρα, εάν χορηγηθούν επιδοτήσεις ύψους 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το 2050, το κόστος παραγωγής θα μπορούσε να μειωθεί ακόμη και στα 0,8-1,6 δολάρια στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, γεγονός που καθιστά ανταγωνιστικό το υδρογόνο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις τρέχουσες τιμές του φυσικού αερίου στη Βραζιλία, την Κίνα, την Ινδία, τη Γερμανία και τη Σκανδιναβία.

Με πληροφορίες από το Reuters