Mάχη μεταξύ λίγων αλλά δυνατών παικτών διεξάγεται στον εγχώριο κλάδο των ζυμαρικών για ένα μερίδιο στην αγορά, ο τζίρος της οποίας αγγίζει τα 180 εκατ. ευρώ.

Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε λίγες και μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Infobank oι εταιρείες που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς είναι η Barilla Hellas Α.Ε., η Μέλισσα Κίκιζας Α.Β.Ε.Ε., η  Εurimac Α.Ε. και η Δάκος Παναγιώτης Σπ. Α.Β.Ε.Ε.,  οι οποίες διαθέτουν γνωστά εμπορικά σήματα.

Παράλληλα στην αγορά δραστηριοποιούνται συνεταιρισμοί και μικρές επιχειρήσεις, συνήθως οικογενειακές, οποίες απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε συγκεκριμένες περιοχές.

Συνολικά ο κλάδος κινείται ανοδικά τα τελευταία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ο Κύκλος Εργασιών στη χώρα μας το 2017 αυξήθηκε κατά 1,7%, στα 176,67 εκατ. ευρώ, έναντι 173,65 εκατ. το 2016.

Οι δύο ηγέτιδες δυνάμεις η Βarilla Hellas (με τις μάρκες MISKO και Barilla) και η Μέλισσα Κίκιζας ελέγχουν πάνω από το 70% της αγοράς των ζυμαρικών.

barilla

Η Barilla Hellas από το 1991 κατέχει και τη MISKO,  με το μερίδιο αγοράς ως προς την αξία πωλήσεων να διαμορφώνεται από 40% έως 45% και το ως προς τον όγκο πωλήσεων από 38% έως 42% το 2018.

Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας το 2018 ο κύκλος εργασιών της εταιρείας διαμορφώθηκε σε 73,6 εκατ. ευρώ από 72 εκατ. ευρώ το 2017. Τα μεικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 1,6% και διαμορφώθηκαν στα 33,1 εκατ. ευρώ από 32,6 εκατ. ευρώ το 2017. Το μεικτό περιθώριο κέρδους παρέμεινε σταθερό στα επίπεδα του 45%. Τα λειτουργικά έξοδα κατέγραψαν αύξηση και ανήλθαν σε 28,9 εκατ. ευρώ από 27,3 εκατ. ευρώ το 2017.

Παράλληλα τα αποτελέσματα προ φόρων και τόκων παρουσίασαν κάμψη και ανήλθαν σε 6,6 εκατ. ευρώ από 7,5 εκατ. ευρώ το 2017. Tα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στο ύψος των 6,6 εκατ. ευρώ ενώ τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν στο επίπεδο των 4,4 εκατ. ευρώ .

MELISSA

Η Μέλισσα Κίκιζας ΑΒΕΕ, η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1947 και έχει έδρα στη Λάρισα, κατέγραψε το 2018 αύξηση, τόσο μεγεθών όσο και μεριδίων αγοράς. Αυτή τη στιγμή το μερίδιο αγοράς της ξεπερνά το 33%.

Συγκεκριμένα η εταιρεία, σύμφωνα με τα στοιχεία,  αύξησε τον όγκο πωλήσεών της κατά 5,1% ενώ η άνοδος σε αξία έφτασε το 2,5% και διαμορφώθηκε στα 66,939 εκατ. ευρώ. Τα προ φόρου κέρδη του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 6,016 εκατ. ευρώ από 6,172 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος και τα καθαρά κέρδη άγγιξαν τα 4,5 εκατ. ευρώ έναντι 4,458 εκατ. ευρώ.

 Το κόστος από τη μεταβολή αποθεμάτων - αναλώσεις υλών και υλικών αυξήθηκε κατά 6%, οι αμοιβές, παροχές και λοιπά έξοδα τρίτων αυξηθήκαν 11% ενώ τα λοιπά λειτουργικά έξοδα μειώθηκαν κατά 17,4%.

Τέταρτη στην κατανάλωση ζυμαρικών οι Έλληνες

Στην τέταρτη θέση όσον αφορά στην κατανάλωση ζυμαρικών διεθνώς, μετά την Ιταλία, την Τυνησία και τη Βενεζουέλα, κατατάσσεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ζυμαρικών. Η μέση κατά κεφαλή κατανάλωση ζυμαρικών στη χώρα υπολογίστηκε περίπου στα 11,1 κιλά/άτομο.

Τα στοιχεία της Nielsen για την ελληνική αγορά δείχνουν μάλιστα ότι από άποψη ρυθμών ανάπτυξης, την πρωτιά κερδίζουν τα ζυμαρικά ολικής άλεσης. Φαίνεται δηλαδή μια διάθεση των καταναλωτών να δοκιμάσουν τα νέα προϊόντα που λανσάρουν οι εταιρείες. 

Αναλυτικά, σύμφωνα με στοιχεία του κλαδικού περιοδικού «Σελφ σέρβις»  καταγράφεται αύξηση 23% στα ζυμαρικά ολικής άλεσης, ενώ διψήφια θετική μεταβολή στο πρώτο εξάμηνο του έτους εμφάνισαν επίσης οι επιμέρους κατηγορίες των χρωματιστών ζυμαρικών (20,8%) και των βιολογικών (12,5%).

Η μοναδική υποκατηγορία που παρουσίασε μια μικρή κάμψη κατά 0,6% ήταν αυτή των κλασικών ζυμαρικών από σιμιγδάλι. Η τάση ανόδου των πωλήσεων σε αξία στις λοιπές υποκατηγορίες ήταν η εξής: 3,9% στα ζυμαρικά με αυγό, 8,01% στα γεμιστά και 2,6% στα χωρίς γλουτένη.

Παράλληλα κατά τη Euromonitor, η ευρεία κατηγορία των ζυμαρικών, ρυζιού και noodles θα έχει σταθερότητα ανάπτυξης την επόμενη πενταετία. Σε σχετική έρευνα της εταιρείας μετρήσεων αναφορικά με την αγορά των staple foods στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ως το 2023 θα εμφανίσει ανάπτυξη ως εξής ανά έτος: 1% την τρέχουσα χρονιά, 1,5% το 2020, 1,9% το 2021, 1,5% το 2022 και 1,4% το 2023.