Για να αντιληφθεί κανείς τι θα σήμαινε για τη Γερμανία μια συγχώνευση με επίκεντρο τη Deutsche Bank, θα πρέπει πρώτα να ανατρέξει στο παρελθόν και να κατανοήσει πλήρως τι πρέσβευε πάντα για τη Γερμανία, τη γερμανική οικονομία, τη γερμανική κουλτούρα η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας.

Η Deutsche Bank ήταν πάντοτε κάτι περισσότερο από μια απλή τράπεζα. Ήταν τράπεζα-ορόσημο για τη χώρα και σήμα κατατεθέν της γερμανικής ισχύος. Με άλλα λόγια, η Deutsche Bank ήταν το απόλυτο σύμβολο της γερμανικής ευημερίας και υπεροχής.

Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που, αν επιβεβαιωθεί το σενάριο συγχώνευσης της Deutsche Bank με την Commerzbank, είναι βέβαιο ότι το τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας – αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης – δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο... Οι επιπτώσεις μιας συγχώνευσης τέτοιου βεληνεκούς θα είναι αλυσιδωτές τόσο για το ευρωπαϊκό, όσο και για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, ενώ είναι βέβαιο ότι θα ξημερώσει μια νέα εποχή για το γερμανικό banking.

Η ίδρυση της Deutsche Bank

Όπως γράφει το Bloomberg, από την ίδρυσή της το 1870, η Deutsche Bank προοριζόταν να γίνει ένας «στυλοβάτης» της γερμανικής βιομηχανίας, στηρίζοντας χρηματοδοτικά τα εμπορικά σχέδια (και στόχους) των Γερμανών μεταποιητών και κατασκευαστών.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο «έσπασε» σε 10 μικρότερες τράπεζες. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η περίοδος της ευημερίας της, από κοινού με τη Δυτική Γερμανία. Μια ευημερία που ισχυροποιήθηκε περαιτέρω μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την Επανένωση της Γερμανίας. Τότε έγινε αντιληπτό πως η Deutsche Bank ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή τράπεζα για τη Γερμανία και τη γερμανική οικονομία.

Αυτό άλλωστε καθρεφτιζόταν στην πορεία που ακολουθούσε η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, η οποία δεν διέφερε από εκείνη της αμερικανικής Goldman Sachs. Ο ρόλος τους στη «σκακιέρα» του διεθνούς επενδυτικού banking γινόταν ολοένα και πιο ισχυρός. Η Γερμανία δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τους Αμερικανούς προς αυτή την κατεύθυνση.

Την ώρα που οι άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες επιχειρούσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, η μεταπολεμική στρατηγική της Deutsche Bank ήταν αρκετά επιθετική. Εισήλθε σε νέες αγορές και επέκτεινε τις δραστηριότητές της, με μοναδικό όραμα να καταστήσει τον γερμανικό χρηματοπιστωτικό κλάδο διεθνή «πρωταγωνιστή».

Πώς ξεκίνησε η «πτώση»

Η Deutsche Bank εξήλθε της κρίσης βαθιά «πληγωμένη» και όλοι μπορούν με βεβαιότητα να πουν πως ακόμη δεν έχει κατορθώσει να βρει το βηματισμό της. Το 2016, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χαρακτήρισε τη Deutsche Bank τον «νούμερο 1» κίνδυνο για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, λόγω των ισχυρών δεσμών της με τα περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα του πλανήτη.

Τα τελευταία χρόνια η άλλοτε τράπεζα-ορόσημο της γερμανικής ισχύος άρχισε να χάνει την αίγλη της. Παγιδεύθηκε σε ένα επικίνδυνο σπιράλ μείωσης εσόδων και αύξησης του κόστους.

Λόγω της όξυνσης του ανταγωνισμού με τις τράπεζες της Wall Street, στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, η γερμανική τράπεζα άρχισε να βιώνει μεγάλες δυσκολίες σε ό,τι αφορά την τόνωση των κερδών της από τον επενδυτικό της βραχίονα.

Τα σκάνδαλα

Σχεδόν ποτέ η γερμανική τράπεζα δεν ήταν δημοφιλής για το μέσο Γερμανό πολίτη, γιατί έμοιαζε ως το υπέρτατο σύμβολο του καπιταλισμού.

To κύρος της όμως δέχθηκε ισχυρό πλήγμα όταν η τράπεζα βρέθηκε στη δίνη σωρείας σκανδάλων και έπρεπε να δώσει μάχη απέναντι σε μηνύσεις και πρόστιμα πολλών δισεκατομμυρίων.

Μια σειρά από απεχθή για τη Deutsche Bank πρωτοσέλιδα ήταν αρκετά για να κλονίσουν την όποια εμπιστοσύνη προς εκείνη. Τελευταίο σκάνδαλο, στο οποίο ενεπλάκη, ήταν εκείνο που αφορούσε σε ύποπτες για ξέπλυμα χρήματος συναλλαγές πολλών δισεκατομμυρίων και με συνδετικό κρίκο τη Danske Bank. Πρόσφατα, άλλωστε, είχε γίνει πρώτη είδηση σε όλα τα διεθνή πρακτορεία και ξένα δίκτυα η «έφοδος» των γερμανικών αστυνομικών αρχών στα κεντρικά γραφεία της Deutsche Bank.

Το όνομά της γερμανικής τράπεζας ενεπλάκη και σε σκάνδαλο που σχετίζεται με τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τραμπ έλαβε δάνεια άνω των 2 δισ. δολαρίων από τη Deutsche Bank πριν γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ, έγραψαν τον περασμένο μήνα οι New York Times - μόλις λίγες ώρες μάλιστα μετά την επιβεβαίωση από επίσημα χείλη - ότι η Deutsche Bank και η Commerzbank ξεκινούν γύρο διαπραγματεύσεων, προκειμένου να διερευνήσουν την πιθανότητα της μεταξύ τους συγχώνευσης. Οι New York Times έγραψαν ότι μίλησαν με περισσότερους από 20 πρώην και νυν διευθυντές και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Deutsche Bank, οι οποίοι αποκάλυψαν βήμα προς βήμα με ποιο τρόπο ο Τραμπ κατόρθωσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για μια 20ετία από τη γερμανική τράπεζα, παρά τις χρεοκοπίες του και το γεγονός ότι θεωρείται ένας ριψοκίνδυνος πελάτης για πολλές άλλες τράπεζες. Σύμφωνα, πάντα, με το δημοσίευμα των New York Times, με τα δάνεια που έλαβε από τη Deutsche Bank ο Τραμπ έχτισε μερικούς από τους διάσημους ουρανοξύστες του…

Οι ομοιότητες με τη Royal Bank of Scotland

O δρόμος που ακολουθεί η Deutsche Bank, o δρόμος των συνεχών περικοπών και μειώσεων μπορεί να φέρει τη μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα σε μια θέση που να θυμίζει την κατάσταση της Royal Bank of Scotland. Ήταν το 2009 όταν η βρετανική RBS – διεθνής παίκτης στην αγορά – αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ριζική αναδιάρθρωση. Χρειάστηκαν 10 χρόνια και 15 δισ. στερλίνες για να επιστρέψει η RBS σε βιώσιμα επίπεδα.

«Η Deutsche Bank θα πρέπει να λάβει λιγότερο ρίσκο σε ό,τι αφορά το investment banking, ενώ είναι αυτονόητο ότι θα συνεχίζει να χάνει το κύρος της ως διεθνής παίκτης», σχολιάζει ο Κλάους Φλάισερ, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Οι αποτυχημένες προσπάθειες του Τζον Κράιαν

Ένα από τα τελευταία επεισόδια στο δράμα της Deutsche Bank ήταν οι αποτυχημένες προσπάθειες του προκατόχου του Κρίστιαν Σιούινγκ, του Βρετανού Τζον Κράιαν, να ισχυροποιήσει τη γερμανική τράπεζα, ώστε εκείνη να μπορεί ξανά να πατήσει στα πόδια της. «Δουλέψτε» ήταν το μήνυμά του τότε διευθύνοντος συμβούλου προς τους τραπεζίτες, στους οποίους μάλιστα «έκοψε» και τα μπόνους, εκτιμώντας ότι μια πιο συγκρατημένη στρατηγική θα ωφελούσε τη Deutsche Bank. Ο Κράιαν προσπάθησε πραγματικά να περιορίσει τα έξοδα και να τονώσει τα έσοδα. «Βιώσιμη κερδοφορία» ήταν ο πραγματικός στόχος του πρώην διευθύνοντος συμβούλου της τράπεζας. Κι όμως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του, οι μέτοχοι δεν ήταν ικανοποιημένοι γιατί «η πρόοδος ήταν αργή» στην κατεύθυνση μείωσης των εξόδων. Η δυσαρέσκεια των μετόχων ήταν αρκετή για να «διώξει» τον Κράιαν από το τιμόνι της γερμανικής τράπεζας τον Απρίλιο του 2018.

Το κρίσιμο ραντεβού των 15 λεπτών και οι αποφάσεις που κίνησαν τα «νήματα»

Η αλήθεια είναι ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, έλαβε από νωρίς αποφασιστική δράση σε ό,τι αφορά το μέλλον των γερμανικών τραπεζών. Ήταν Απρίλιος του 2018 - και μόλις μια εβδομάδα μετά που ο Κρίστιαν Σιούινγκ είχε αναλάβει καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου στη Deutsche Bank - όταν ο Σολτς είδε κατ’ ιδίαν και μόλις για 15 λεπτά τον νέο ισχυρό άντρα της Deutsche Bank. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι συζήτησαν οι δύο άντρες τότε, αλλά είναι σίγουρο ότι ήταν η αρχή μιας πολύ σημαντικής  και ιδιότυπης «σχέσης».

Παρά τα όσα ειπώθηκαν όμως πριν από ένα χρόνο σε αυτό το «κρυφό» τετ α τετ των 15 λεπτών, ο Σιούινγκ συνέχισε, για καιρό, να αντιδρά σθεναρά στο ενδεχόμενο συγχώνευσης της Deutsche Bank με την Commerzbank, ζητώντας μάλιστα από τους μετόχους να κάνουν υπομονή, όσο εκείνος αναλάμβανε πρωτοβουλίες μείωσης των εξόδων της γερμανικής τράπεζας, αλλά και σταθεροποίησης του μεριδίου της στην αγορά. Ο καιρός πέρασε και ο επικεφαλής της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας δεν κατόρθωσε να πετύχει τους σκοπούς του. Μόνο το τελευταίο 12μηνο, η μετοχή της Deutsche Bank μετρά απώλειες 37%.

Ο Όλαφ Σολτς ήταν αναμενόμενο πως δεν θα σταματούσε στη 15λεπτη συνάντηση με τον Σιούινγκ.  Το τελευταίο 12μηνο οργάνωσε μια σειρά από συναντήσεις, τόσο με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Deutsche Bank, όσο και με τον ομόλογό του στην Commerzbank, τον Μάρτιν Ζίλκε.

Η «επιλογή» της Commerzbank

Η Commerzbank, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, αντιμετωπίζει και η ίδια σοβαρά προβλήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που το Βερολίνο στηρίζει σθεναρά τη συγχώνευση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του, με στόχο τη δημιουργία ενός «εθνικού πρωταθλητή», ικανού να αντιμετωπίσει την επόμενη ύφεση, ή την επόμενη κρίση. Το γερμανικό δημόσιο κατέχει άλλωστε ποσοστό 15% στην Commerzbank. Η ερώτηση που κυριαρχεί το τελευταίο διάστημα στους τραπεζικούς (και όχι μόνο) κύκλους είναι μια: Ποια είναι η επόμενη μέρα; Εάν αποτύχουν οι συζητήσεις για συγχώνευση των δύο γερμανικών τραπεζών, μπορεί μια τράπεζα εκτός Γερμανίας, όπως η ιταλική Unicredit, να εξαγοράσει την Commerzbank. Ακόμη και η ίδια η Deutsche Bank μπορεί να τεθεί στόχος εξαγοράς από ξένη τράπεζα.

Μονόδρομος η έναρξη των συζητήσεων για συγχώνευση

Όταν φάνηκε ότι ο… κόμπος έφτασε στο χτένι για το γερμανικό τραπεζικό σύστημα, Deutsche Bank και Commerzbank δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Στις 17 Μαρτίου 2019 ανακοίνωσαν επισήμως ότι οι δύο τράπεζες ξεκινούν διαπραγματεύσεις, προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο της μεταξύ τους συγχώνευσης.

Άμεσες ήταν όμως οι αντιδράσεις στο ενδεχόμενο ενός τραπεζικού «γάμου» τέτοιου βεληνεκούς. Οι πολέμιοι των σχεδίων συγχώνευσης καταγγέλλουν ότι μπορεί να υπάρξουν περικοπές μέχρι και 30.000 θέσεων εργασίας. Αντιδράσεις όμως υπάρχουν και από την πλευρά των μετόχων, πέραν των αντιρρήσεων των εργατικών συνδικάτων. Και αυτό γιατί, για την εξαγορά της Commerzbank, η Deutsche Bank θα χρειαστεί να προχωρήσει σε σημαντική αύξηση κεφαλαίου, γεγονός που θα «εξαφανίσει» τα μερίδια των υφιστάμενων μετόχων της. 

«Deutsche Bank και Commerzbank έχουν τεράστια προβλήματα να λύσουν. Μια μεταξύ τους συγχώνευση μπορεί μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση», προειδοποίησε άλλωστε πρόσφατα κορυφαίο στέλεχος της ελβετικής UBS, παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στο γερμανικό τραπεζικό κλάδο.

Η αποστασιοποίηση της Άνγκελα Μέρκελ

Μπορεί η Γερμανίδα Καγκελάριος να έχει αποφασίσει να αποστασιοποιηθεί από τις εξελίξεις που αφορούν στο μέλλον της μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας, ωστόσο η όποια αδυναμία της Deutsche Bank να σταθεί στα πόδια της θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τη Μέρκελ.

Και αυτό γιατί η ίδια χρόνια απαιτούσε από τις χώρες της Ευρωζώνης να εξυγιάνουν τα τραπεζικά τους ιδρύματα, χωρίς να επιβαρυνθούν οι φορολογούμενοι.

Έχει άλλες επιλογές η Deutsche Bank;

Το μεγάλο πρόβλημα, σύμφωνα με πληθώρα παραγόντων της αγοράς, είναι ένα: Η Deutsche Bank πιθανότατα δεν έχει και πολλές επιλογές. Εάν οι συζητήσεις με την Commerzbank καταρρεύσουν και το deal δεν ευδοκιμήσει, ο Διευθύνων Σύμβουλος πιθανότατα θα δει την πόρτα της εξόδου, με τις αγορές να αναμένουν εναγωνίως τον αντικαταστάτη του. Ωστόσο, τι διαφορετικό από τον Σιούινγκ μπορεί να επιτύχει ο διάδοχός του;

Είτε όμως προχωρήσει σε συγχώνευση με την Commerzbank, είτε συνεχίσει να πορεύεται μόνη της, η Deutsche Bank θα πρέπει να… ξεχάσει τη συνήθεια να εμπλέκεται σε πολιτικά ή νομικά σκάνδαλα…

Το μέλλον

Τo μέλλον της ισχυρότερης γερμανικής τράπεζας αποκτά εθνική σημασία, γιατί περισσότερο από ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας είναι άμεσα εξαρτώμενη από τις εξαγωγές, οι οποίες βασίζονται κατά πολύ στη στήριξη που τους παρέχουν Deutsche Bank και Commerzbank.

Είναι γεγονός πάντως πως η Ευρώπη χρειάζεται τον δικό της παίκτη, τη δική της επενδυτική τράπεζα ως άξιο ανταγωνιστή των αμερικανικών τραπεζών. Το ερώτημα όμως που τίθεται εδώ είναι διττό: Μπορεί η Deutsche Bank να γίνει αυτός ο παίκτης που χρειάζεται η Ευρώπη; Και εάν ναι, ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσει για να δώσει ώθηση και στην ευημερία των Γερμανών;