Οικονομίες κλίμακας, χρηστή διαχείριση, πολλά νέα μοντέλα και προσεκτική τοποθέτησητης κάθε μάρκας στις αγορές, έφεραν τον όμιλο PSA στην ευχάριστη θέση να παρουσιάζει κέρδη το πρώτο εξάμηνο του 2020, σε μια παγκόσμια αγορά η οποία για περίπου τρεις μήνες είχε «μπει στο γύψο».

Μάλιστα, δια στόματος του CEO Κάρλος Ταβάρες, ο όμιλος PSA παραμένει αισιόδοξος για καλύτερα αποτελέσματα το δεύτερο εξάμηνο, παρά την προβλεπόμενη ετήσια μείωση στις ταξινομήσεις νέων αυτοκινήτων κατά 25% στην Ευρώπη, 30% στη Ρωσία και 10% στην Κίνα, που αποτελούν και τις κυριότερες αγορές δραστηριότητας του ομίλου.

Σε κάθε περίπτωση, η απόκτηση της Opel λειτούργησε θετικά τόσο για τη γερμανική μάρκα όσο και για τον όμιλο, ενώ να υπενθυμίσουμε ότι στις αρχές του 2021 επίκειται και η ολοκλήρωση της συμφωνίας για τη δημιουργία του 4ου ομίλου παγκοσμίως, με την συνένωση των PSA και FCA Group σε μια νέα επιχειρηματική οντότητα με την ονομασία STELLANTIS, στην οποία θα συμμετέχουν ισότιμα κατά 50%.

Όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της PSA, Κάρλος Ταβάρες, «Αυτό το αποτέλεσμα αποδεικνύει την ανθεκτικότητα του Ομίλου και έρχεται ως επιβράβευση 6 συνεχόμενων χρόνων εντατικής εργασίας για την αύξηση της ευελιξίας μας και της κερδοφορίας. Ο Όμιλος αντιμετωπίζει με επιτυχία αυτήν την κρίση χάρη στη δέσμευση των ομάδων, που επικεντρώνονται στην παροχή καθαρής, ασφαλούς και προσιτής αυτοκίνσης για τους πελάτες μας. Είμαστε αποφασισμένοι να επιτύχουμε σταθερή ανάκαμψη στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, ολοκληρώνοντας τη γέννηση της STELLANTIS πριν από το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2021».

Σύμφωνα λοιπόν με τα οικονομικά αποτελέσματα που παρουσίασε η PSA, τα έσοδα του Ομίλου ανήλθαν στα 25,1 δισεκατομμύρια ευρώ, με το τμήμα των επιβατικών αυτοκινήτων να παρουσιάζει ένα λειτουργικό κέρδος 3,7%, που ανήλθε στα 731 εκατομμύρια ευρώ. Το καθαρό αποτέλεσμα του Ομίλου ανήλθε στα 595 εκατομμύρια ευρώ, ενώ υπάρχει ισχυρή χρηματοοικονομική ασφάλεια 23,2 δισ. ευρώ.

Σε σχέση με το 2019 τόσο τα έσοδα του ομίλου όσο και του τμήματος των επιβατικών αυτοκινήτων ήταν σημαντικά μειωμένα, κατά 34,5 και 35,5% αντίστοιχα, ωστόσο με δεδομένη την αρνητική συγκυρία και την τεράστια υγειονομική κρίση, είναι επίτευγμα που διατηρεί την μικρή έστω κερδοφορία του.