Η ακριβή ενέργεια δεν αλλάζει μόνο το κόστος μετακίνησης ή τους λογαριασμούς των ξενοδοχείων. Αρχίζει να αλλάζει και τον ίδιο τον χάρτη του παγκόσμιου τουρισμού, αναδεικνύοντας προορισμούς που μπορούν να λειτουργήσουν με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και μικρότερη εξάρτηση από πετρέλαιο, jet fuel και ενεργοβόρες υποδομές.
Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη μετά το νέο άλμα που καταγράφει το Brent μέσα στον Μάιο, καθώς η αγορά πετρελαίου παραμένει εξαιρετικά νευρική λόγω της πολεμικής κρίσης στον Περσικό Κόλπο και των φόβων για παρατεταμένες διαταραχές στις ροές ενέργειας. Τις τελευταίες δύο ημέρες, το Brent κινήθηκε ξανά κοντά ή και πάνω από τα 105 δολάρια το βαρέλι, έχοντας φτάσει σε κάποιες συνεδριάσεις ακόμη και πάνω από τα 110 δολάρια, ενώ στα τέλη Απριλίου είχε αγγίξει ενδοσυνεδριακά έως και τα 126,41 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ - Καύσιμα: Οι Έλληνες κινδυνεύουν να πληρώσουν παντού «νησιωτικές» τιμές
Οι επιθέσεις, οι απειλές για αποκλεισμό θαλάσσιων διαδρομών και η αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ - Ιράν έχουν προκαλέσει τεράστια μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι μόνο από τις διαταραχές στον Περσικό έχουν βγει προσωρινά εκτός αγοράς έως και 14 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το 14% της παγκόσμιας προσφοράς.
Οι συνέπειες περνούν πλέον άμεσα στις μεταφορές και στον τουρισμό. Όσο ανεβαίνει το Brent, αυξάνεται το κόστος διύλισης βενζίνης, diesel και jet fuel, με αποτέλεσμα ακριβότερα αεροπορικά εισιτήρια, ακριβότερα ακτοπλοϊκά, υψηλότερα κόστη logistics και μεγαλύτερη επιβάρυνση για ξενοδοχεία και εστίαση. Η διεθνής αγορά παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία τα αεροπορικά καύσιμα, καθώς θεωρούνται από τα πιο ευάλωτα καύσιμα σε περιόδους γεωπολιτικής κρίσης, ειδικά πριν από την κορύφωση της θερινής τουριστικής περιόδου.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), τα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα καλύπτουν ακόμη κάτω από το 0,1% της παγκόσμιας κατανάλωσης καυσίμων στην αεροπορία, παρά τις επενδύσεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών (IATA) εκτιμά ότι ακόμη και η σημαντική αύξηση παραγωγής SAF μέσα στο 2025 δεν αρκεί για να περιορίσει ουσιαστικά το κόστος των αερομεταφορών.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ - Οι πόλεις που εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ευρωπαϊκές πόλεις με εκτεταμένα δίκτυα δημόσιων μεταφορών και μικρότερη εξάρτηση από το αυτοκίνητο εμφανίζονται πιο ανθεκτικές.
Η Κοπεγχάγη θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς μεγάλο μέρος των καθημερινών μετακινήσεων γίνεται με ποδήλατο ή ηλεκτροδοτούμενα μέσα μεταφοράς, ενώ η Δανία διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής αιολικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Αντίστοιχα, η Βιέννη και το Άμστερνταμ εμφανίζονται πιο «ανθεκτικές» σε περιόδους ενεργειακής πίεσης, καθώς προσφέρουν υψηλή πυκνότητα μεταφορών, εύκολη πρόσβαση χωρίς αυτοκίνητο και ισχυρές σιδηροδρομικές συνδέσεις με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Κερδισμένοι φαίνεται να είναι και προορισμοί που επενδύουν συστηματικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αυτάρκεια. Η Ισλανδία προβάλλεται συχνά ως διεθνές παράδειγμα, καθώς η ηλεκτροπαραγωγή της βασίζεται κυρίως σε γεωθερμική και υδροηλεκτρική ενέργεια, περιορίζοντας την έκθεση των τουριστικών υποδομών στις διακυμάνσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Παράλληλα, ενισχύονται οι τάσεις του λεγόμενου «slow tourism», δηλαδή ταξιδιών με μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής και λιγότερες μετακινήσεις. Τα city breaks μικρών αποστάσεων, οι προορισμοί που συνδέονται με τρένο και οι περιοχές που μπορούν να «περπατηθούν» εύκολα αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τα μοντέλα μαζικού τουρισμού υψηλής κατανάλωσης ενέργειας.
Ποιοι προορισμοί πιέζονται περισσότερο
Στον αντίποδα, μεγαλύτερη πίεση δέχονται προορισμοί που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από αεροπορικές αφίξεις μεγάλων αποστάσεων ή από ενεργοβόρες τουριστικές εγκαταστάσεις.
Τα μεγάλα all inclusive ξενοδοχεία με υψηλές ανάγκες σε ψύξη, φωτισμό, πισίνες, αφαλάτωση και συνεχείς μεταφορές θεωρούνται από τα πιο ευάλωτα μοντέλα όταν αυξάνονται οι τιμές ηλεκτρισμού και καυσίμων. Το ίδιο ισχύει και για την κρουαζιέρα, καθώς οι θαλάσσιες μεταφορές επηρεάζονται άμεσα από το κόστος ναυτιλιακών καυσίμων.
Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, οι μεταφορές αντιστοιχούν περίπου στο 75% του συνολικού αποτυπώματος άνθρακα του τουρισμού, ενώ οι αερομεταφορές καλύπτουν περίπου το 40% των τουριστικών εκπομπών. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα άνοδος στο πετρέλαιο ή στο jet fuel μεταφέρεται ταχύτερα σε συγκεκριμένες μορφές ταξιδιών.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ - Τα φθηνά εισιτήρια τελείωσαν - Πώς το ESG αλλάζει την τιμή των πτήσεων
Η νέα πρόκληση για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η εξίσωση είναι πιο σύνθετη. Η χώρα παραμένει εξαιρετικά εξαρτημένη από αεροπορικές αφίξεις, ακτοπλοϊκές μεταφορές και υψηλή καλοκαιρινή κατανάλωση ενέργειας λόγω κλιματισμού.
Την ίδια στιγμή όμως, διαθέτει και μορφές τουρισμού που θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία σε ένα περιβάλλον ακριβής ενέργειας. Ο ορεινός τουρισμός, τα μικρότερα boutique ξενοδοχεία, οι γαστρονομικοί προορισμοί, τα «ήσυχα» νησιά και οι πιο αυθεντικές εμπειρίες μικρής κλίμακας θεωρούνται λιγότερο ευάλωτα σε σχέση με τα υπερμεγέθη ενεργοβόρα resorts.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα περισσότερες διεθνείς τουριστικές μελέτες συνδέουν πλέον την ανταγωνιστικότητα ενός προορισμού όχι μόνο με τις παραλίες ή τις τιμές, αλλά και με την ενεργειακή αποδοτικότητα, τις δημόσιες μεταφορές, την επάρκεια νερού και τη δυνατότητα περιορισμού του λειτουργικού κόστους. Σε μια περίοδο όπου το πετρέλαιο, το LNG και το jet fuel παραμένουν ασταθείς παράγοντες, ο τουρισμός φαίνεται ότι περνά σταδιακά σε μια νέα εποχή «ενεργειακής αξιολόγησης».