Το ασφαλιστικό και η πιο χαλαρή μεταρρύθμισή του φαίνεται να κρύβεται στο «βάθος» της κρίσης που δημιουργήθηκε μετά την αμφισβήτηση από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, της συμμετοχής του ΔΝΤ στο νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της Ελλάδος. Η κυβέρνηση επιχειρεί με το σκηνικό έντασης που στήθηκε μετά την αντίδραση του Wolfgang Schaeuble (την Τετάρτη προστέθηκε και αυτή του Pierre Moscovici) να κερδίσει, εδώ και τώρα, κάποια ανταλλάγματα στο Ασφαλιστικό έναντι των όποιων ωφελημάτων θα προκύψουν μετά το 2022 από τα διάφορα σχέδια ελάφρυνσης του Χρέους.

Το ΔΝΤ (βγάζοντας την ουρά του απ’ έξω καθώς τα δάνεια του εξαιρούνται του κουρέματος) πίεζε μέχρι πρότινος για γενναία ρύθμιση του χρέους προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, απορρίπτοντας παράλληλα την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών ως μέσου για να καλυφθούν τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων. Οι θέσεις αυτές του Ταμείου δημιουργούσαν προσκόμματα τόσο στους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι απορρίπτουν κατηγορηματικά τη λύση του κουρέματος για το δημόσιο χρέος, όσο και στην ελληνική κυβέρνηση η οποία θα ήθελε να εξοβελίσει τη συνταγή του ΔΝΤ για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. 

Λογικά προκύπτει από τα παραπάνω ότι η «μη συμμετοχή  του ΔΝΤ» θα βόλευε τόσο την ελληνική κυβέρνηση όσο και τους Ευρωπαίους δανειστές. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να ενταχθεί και η αποστροφή του κ. Τσίπρα για τον μη εποικοδομητικό ρόλο του ΔΝΤ. Όμως τα επιφαινόμενα δεν ταυτίζονται συνήθως με τα βαθύτερα αίτια.

Καταρχάς και οι δύο πλευρές γνωρίζαν ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα συμφωνήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της 12ης Ιουλίου. Εν συνεχεία η απόφαση αυτή επικυρώθηκε στο κοινό ανακοινωθέν του Eurogroup της 14ης Αυγούστου όπου η συμμετοχή του ΔΝΤ χαρακτηρίζεται ως απαραίτητη (indespensable είναι η αγγλική λέξη που χρησιμοποιείται). Επομένως το θέμα που δημιουργήθηκε θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν ακόμη ανοίξει από τον Έλληνα πρωθυπουργό. Όμως η ανακίνηση του δεν ήταν ούτε τυχαία αλλά ούτε και αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του άλλα συμφωνήσαμε και άλλα εφαρμόζουμε. Σύμφωνα με ενημερωμένες πηγές στις Βρυξέλλες, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η «τρίπλα της κυβέρνησης» είχε ως στόχο να πιέσει τους Ευρωπαίους για μία πιο χαλαρή ασφαλιστική μεταρρύθμιση προκειμένου να μετριαστούν οι αρνητικές εντυπώσεις που θα προκαλέσει η προωθούμενη λύση του χρέους, τα αποτελέσματα της οποίας δεν θα γίνουν  αισθητά  από τον μέσο Έλληνα πολίτη.

Είναι ενδεικτικό ότι ο υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γ. Μουρμούρας μιλώντας στο Λονδίνο επεσήμανε ότι η όποια «ανακούφιση» της ελληνικής οικονομίας από το δημόσιο χρέος θα πρέπει να προέλθει από το συνδυασμό χαμηλότερων επιτοκίων και επέκτασης της περιόδου χάριτος παρά από ένα κούρεμα.

Το ΔΝΤ από την πλευρά του, όπως προκύπτει από επαφές που είχε η Christine Lagarde με Ευρωπαίους αξιωματούχους, ήταν έτοιμο να «βάλει νερό στο κρασί του» και να αποδεχθεί μία τέτοια λύση η οποία θα μείωνε το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους στο επίπεδο του 15% ή 10% του ΑΕΠ. Σε αντάλλαγμα όμως της υποχώρησης αυτής από την οποία δεν προκύπτουν άμεσα οφέλη στον Προϋπολογισμό καθώς η αποπληρωμή των δανείων του Μνημονίου θα ξεκινήσει από το 2022, το ΔΝΤ προσανατολίζεται να κρατήσει μία πιο άκαμπτη στάση στο ασφαλιστικό.

Απ’ ότι φαίνεται αυτό ήθελε να προλάβει και η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκοντας με τον θόρυβο που δημιούργησε να πιέσει Ευρωπαίους και ΔΝΤ για να αποδεχθούν ηπιότερα μέτρα στην μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού.